Editorial 651 - Η εξέλιξη στην τέχνη της οδήγησης

Από το

motomag

1/2/2024

Κάθε φορά που βρίσκομαι με κάποιον παγκοσμίου φήμης αναβάτη που έχει περάσει από πολλές μοτοσυκλετιστικές περιόδους, έχει δηλαδή οδηγήσει σε πίστες σε πολλές διαφορετικές φάσεις στην εξέλιξη των μοτοσυκλετών και δεν γεννήθηκε απευθείας μέσα στις IMU έξι αξόνων, θα προσπαθήσω να βρω την ευκαιρία να μιλήσουμε για τα ηλεκτρονικά και την εξέλιξη των μοτοσυκλετών. Αντίθετα με κάποιες απόψεις «εκεί έξω» οι νέοι αναβάτες σε αυτό το επίπεδο που συζητάμε έχουν ξεκινήσει να οδηγούν πριν πάνε σχολείο και τα πάντα για αυτούς είναι μία φυσική κίνηση, μία προέκταση του εαυτού τους κάνοντας τα πάντα να φαίνονται πιο εύκολα από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Είναι εντυπωσιακό που συχνά η οδήγηση της μοτοσυκλέτας σε κορυφαίο αγωνιστικό επίπεδο λαθεύεται ως κάτι το προσιτό από το οποίο μας χωρίζει το μέσο, η αγωνιστική μοτοσυκλέτα. Δεν έχω δει κανέναν που να παίζει μπάλα στο πάρκο, να λέει πως είναι ίδιος με τους υπόλοιπους μέσα στο γήπεδο, λουσμένοι από τους προβολείς και με χιλιάδες ζευγάρια μάτια καρφωμένα πάνω τους. Αντιθέτως έχω ακούσει πολλές φορές κάποιους να λένε πως είναι φανταστικοί οδηγοί που θα μπορούσαν να είχαν κάνει καριέρα μέσα στις πίστες αν τους είχαν δοθεί τα εφόδια. Ίσως η διαφορά αυτή οφείλεται στο γεγονός πως στην πρώτη περίπτωση το μέσο είναι πολύ πιο προσιτό και το να δοκιμάσει κανείς τις ικανότητες του ή να τις αποδείξει όταν κληθεί, είναι άμεσο και εύκολο. Το παραπάνω φαινόμενο επεκτείνεται και σε ανόμοιες συγκρίσεις αναβατών διαφορετικών εποχών, ένα λάθος που δεν θα υποπέσει κανείς από αυτούς που δικαιούνται να το κάνουν. Όπως ο Freddie Spencer. Δεν θα ακούσεις αυτόν τον φανταστικό άνθρωπο να λέει «αααρε όταν τρέχαμε εμείς καβαλούσαμε αληθινές μοτοσυκλέτες», «αυτοί ήταν αγώνες, οι δικοί μας που είχαν ρίσκο» και άλλα τέτοια φοβερά και καταπληκτικά που απεναντίας κάποιοι θα προσπαθήσουν να τεκμηριώσουν. Είτε από ανάγκη να αναδείξουν την εποχή τους, είτε για να παραμείνουν σχετικοί και εντός συζήτησης καθώς η επαφή τους με την μοτοσυκλέτα έχει φθίνει με τον χρόνο, δεν διαβάζουν, δεν παρακολουθούν αλλά ταυτόχρονα δεν βλέπουν πως ασχολούνται και λιγότερο.

Κατά επέκταση και εγώ στέκομαι στο θέμα αυτό με τελευταία αφορμή την συνάντηση με τον Steve Plater και έπειτα με τον Michael Dunlop. Ο Συνιώρης είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού, έχει την δική του στήλη, μιλάω πολύ συχνά μαζί του λοιπόν πέρα από το να συμμετέχει στα συγκριτικά μας, όπως συμβαίνει και με μία πληθώρα άλλων αγωνιζομένων παλαιών και νέων σε κάθε κατηγορία. Είναι όμως επίσης αυταπόδεικτο πως αλλιώς θα περάσει η άποψη του Plater και ας είμαι σε θέση να μπορώ να ισχυριστώ, έχοντας οδηγήσει παλαιότερα μαζί του, πως ορισμένοι Έλληνες αγωνιζόμενοι αλλά και αναβάτες θα μπορούσαν να τον ανταγωνιστούν. Η άποψη τους δεν θα έχει τον ίδιο αντίκτυπο όμως, παρόλο που οι ικανότητες τους δεν είναι μικρότερες. Παρένθεση εδώ πως μόνο στην Ελλάδα πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεις τον εαυτό σου ενώ ο ξένος δεν περνά ποτέ από το ίδιο ξεσκόνισμα. Το ζούμε καθημερινά με νέους αναγνώστες που βλέπουν μόνο το motomag.gr αγνοώντας την δουλειά που γίνεται εδώ κι έτσι αναρωτιούνται ποια είναι η πηγή, όταν τους περιγράφουμε γραμμές παραγωγής ή συζητήσεις με αγωνιζόμενους που δεν περιμένουν ένα ελληνικό περιοδικό να έχει πρόσβαση. Που να μάθουν πως η ύλη του μεταφράζεται και κάποιοι άλλοι πληρώνουν περισσότερα για να διαβάσουν εκείνο που οι Έλληνες είδαν πρώτοι. Έχουν μάθει στην εισαγωγή, όχι στην εξαγωγή. Σε ένα τέτοιο λοιπόν περιβάλλον ο Plater, που έχει μείνει στην ιστορία για την πρώτη του εμφάνιση στο Isle of Man TT, έχει ιδιαίτερη σημασία όταν εξηγεί πως η τέχνη της οδήγησης εξελίσσεται, δεν έχει σταθερά όρια και πως αυτά συνεχώς διευρύνονται με τους παλιούς να είχαν τεράστιο πρόβλημα να κυνηγήσουν τους νέους, αν με κάποιο μαγικό τρόπο μπορούσαν να βρεθούν δίπλα – δίπλα. Κι όμως αυτός είναι ένας προβληματισμός που διαχρονικά επανέρχεται με κάθε μεγάλη αλλαγή στην τεχνολογία της μοτοσυκλέτας από το 1969 που εμφανίστηκε για πρώτη φορά η λέξη ηλεκτρονική στο Kawasaki Mach III 500, εκείνος ο τρικύλινδρος δίχρονος διάολος που έκανε τους πάντες να αναρωτιούνται για το μέλλον. Μέχρι τότε όλα τα έφτιαχνες ακόμη και μόνος σου αν χρειαζόταν. Από τότε και μετά όμως άρχισες να χρειάζεσαι εξιδεικευμένα ανταλλακτικά. Άλλαξε και η τέχνη της οδήγησης βέβαια, γιατί μέχρι τότε οδηγός και μηχανικός ήταν συνώνυμα και για πολλά χρόνια μετά από αυτό, οι μηχανολογικές γνώσεις ήταν απαραίτητες αν ήθελες να είσαι σίγουρος πως θα ολοκληρώσεις μία διαδρομή. Ήταν μία εποχή που δεν φαινόταν παράξενο αυτό γιατί δεν απείχε από τον πόλεμο όσο τώρα και οι μοτοσυκλέτες πριν από εκεί οδηγούνταν μόνο με γνώσεις για την ανάφλεξη, την ιδανική ρύθμιση αβάνς για κάθε σχέση κτλ. Περάσαμε ήδη μία εποχή, την έχουμε ζήσει όλοι μας εδώ μέσα, που η τεχνολογία που σήμερα έχει ξεπεραστεί, μας φαινόταν εξωπραγματική και πως θα μας αποξενώσει από την οδήγηση. Φανταστείτε αρχές του 2000 να μιλάμε για μοτοσυκλέτες με οθόνες, σύνδεση κινητού τηλεφώνου και αναρτήσεις που μία δουλεύουν έτσι και μία αλλιώς. Όταν το 2010 βλέπαμε το Skyhook, φοβόμασταν πως έρχεται το Skynet της μοτοσυκλέτας και 14 χρόνια μετά δεν έχει έρθει καμία καταστροφή, το αντίθετο. Φταίει που το πρώτο ABS ήταν για να σκοτώνεσαι μαζί του και τώρα φτάσαμε να μπορούμε να προσαρμόσουμε την οδήγησή μας ανεβάζοντας ρυθμό, αν έχουμε μοτοσυκλέτα με συνδυασμένα φρένα. Η εξέλιξη έχει φέρει τεράστιες αλλαγές που ένας αναβάτης, όπως ο Michael Dunlop, που κάνει το πιο επικίνδυνο πράγμα στον κόσμο με μοτοσυκλέτα ξεκινώντας από μοτοσυκλέτες χωρίς ηλεκτρονικά και καταλήγοντας στα σημερινά, σου λέει πως το σωστό είναι να εξελίσσεσαι, το λάθος είναι να μένεις στάσιμος. Επειδή δεν μιλάει ελληνικά και τα αγγλικά του είναι βαριά, απότομα και κοφτά, ας τον ακούσουμε. Δεν χρειάζεται να πάρουμε νέο, δεν είναι αυτό το νόημα σε καμία περίπτωση. Η εξέλιξη στην οδήγηση δεν έρχεται αν αλλάξεις τροχούς αλλά αν κάνεις νέα πράγματα που δεν είχες δοκιμάσει. Και η μοτοσυκλέτα που ήδη έχεις, είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος να δοκιμάζεις νέα πράγματα. Αν δεν έχεις μπει χώμα μαζί της, κάντο. Αν δεν έχεις πάει ποτέ στην πίστα, κάντο. Αν δεν έχεις ταξιδέψει μακριά, μην περιμένεις. Η τέχνη της οδήγησης είναι να εξελίσσεσαι.

editorial 533 - η Νίκη και τα φτερά της

Από το

Μαύρο Σκύλο

31/3/2014

Πόσο μακριά έφτασε η έμπνευση που χάρισε σε όλο τον κόσμο η περίφημη Νίκη της Σαμοθράκης; Και πως γύρισε σε μας αυτή η έμπνευση, από την Ιαπωνία πίσω στην Ελλάδα, μέσω ανθρώπων που είχαν μαύρη μουτζούρα κάτω από τα νύχια τους;

 

Ο Gihei Honda προερχόταν από οικογένεια αγροτών, από πάππο προς πάππου που λένε, είχε πολεμήσει στον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο, κι αργότερα, άνοιξε ένα σιδεράδικο, όπου επισκεύαζε και ποδήλατα. Πήγαινε στο Τόκυο, αγόραζε παλιά ποδήλατα, τα ανακατασκεύαζε και τα πουλούσε. Ο πρωτότοκός του ο Soichiro είχε γεννηθεί το 1906, κι από μικρό παιδάκι, βοηθούσε τον πατέρα του, βάζοντας τη μουτζούρα από νωρίς στη ζωή του. Αρκετά χιλιόμετρα από το σπίτι του, βρισκόταν ένα αποφλοιωτήριο ρυζιού, κι ο παππούς του μικρού Soichiro τον έπαιρνε στην πλάτη τζιτζίνα ως εκεί. Ο μικρός περνούσε ώρες παρακολουθώντας μια σπάνια για την εποχή βενζινοκίνητη μηχανή που έδινε κίνηση στο μύλο. Tο ’14, ενώ ήταν στη δευτέρα τάξη, είχε την τύχη να δει ένα αεροπλάνο, που το πιλοτάριζε ο Άγγλος Niles Smith. O Soichiro έφτιαξε "γυαλιά" αεροπόρου από χαρτόνι, έβαλε έλικες από μπαμπού στο ποδήλατό του κι επί μήνες τρομοκρατούσε τους ανθρώπους και τις κότες του χωριού με τα γρήγορα περάσματά του. Ο πρώτος κάγκουρας;

Μετά από οχτώ χρόνια στο σχολείο, ο 15χρονος Soichiro μπήκε το 1922 μαθητευόμενος σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων στο Τόκυο, μακριά από το σπίτι του, κι έμεινε έκπληκτος από το πόσα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν εκεί. Στο Komyo, το χωριό του κοντά στο Hamamatsu, θα ήταν τυχερός αν έβλεπε ένα το μήνα. Η πρώτη του δουλειά όμως στην ART Shokai (το συνεργείο που λέγαμε), ήταν άσχετη με αυτοκίνητα: έπρεπε κάθε μέρα να κουβαλάει το μούλικο του ιδιοκτήτη στην πλάτη του, και τον είχε πιάσει απελπισία, καθώς έβλεπε το όνειρό του να απομακρύνεται. Μπορεί να μην γινόταν ποτέ μηχανικός αυτοκινήτων. Ήταν δυστυχής και θα τα παράταγε αν δεν ντρεπόταν να αντικρίσει τους γονείς του. Αυτό που τον βοήθησε ήταν ο μεγάλος σεισμός του 1923, που σχεδόν κατέστρεψε την Art Shokai όπως άλλωστε και την γύρω περιοχή, με αποτέλεσμα να φύγουν οι άλλοι εργαζόμενοι πίσω στα σπίτια τους. Έμεινε μόνο ο ιδιοκτήτης, ο Yuzo Sakakibara, ο αρχιμηχανικός και ο Honda, οπότε αναγκαστικά έκανε τα πάντα, κι έμαθε γρήγορα. Επιπλέον, ο Sakakibara ήταν τρελός με τους αγώνες, και συμφώνησε να ξεκινήσει ο μαθητευόμενος Honda την κατασκευή ενός αγωνιστικού αυτοκινήτου, στον ελεύθερό του χρόνο φυσικά, δηλαδή το βράδυ. Κάπου είχαν βρει έναν αεροπορικό κινητήρα Curtis-Wright, V8 8.000 κυβικών και 100 ίππων. Εκτός από τον κινητήρα, ο Honda έφτιαξε τα πάντα μόνος του, ακόμα και τις ακτίνες των ξύλινων τροχών! Το αυτοκίνητο ήταν γρήγορο και κέρδισε απρόσμενα πολλούς αγώνες. Εκτός όμως από τα αυτοκίνητα, του άρεσαν φυσικά και οι μοτοσυκλέτες. Επιβιώνει μια φωτογραφία του 15χρονου Soichiro πάνω σε μια μοτοσυκλέτα με καλάθι, από το 1922 ή το 1923.

 

Στα 21 του, άνοιξε παράρτημα της ART στο Hamamatsu, συνεχίζοντας να κατασκευάζει πρωτότυπα αγωνιστικά αυτοκίνητα – πάντα στον ελεύθερό του χρόνο – που οδηγούσε ο ίδιος στους αγώνες. Εννιά χρόνια αργότερα, το 1936, είχε ένα ατύχημα σε αγώνα, όχι από δικό του λάθος, με αποτέλεσμα να διαλυθεί η αριστερή μεριά του προσώπου του, να βγάλει τον ώμο του και να σπάσει και τους δύο καρπούς του. Είχε προλάβει όμως να βγάλει την μεγαλύτερη μέση ωριαία που είχε επιτευχθεί ποτέ στην Ιαπωνία. Συνήλθε, και το ’37 ξεκίνησε να φτιάχνει ελατήρια πιστονιών, μελετώντας μόνος του μεταλλουργία και χύτευση. Επέκτεινε τις κατασκευαστικές του δραστηριότητες και κατά την διάρκεια του πολέμου, οι εγκαταστάσεις του όμως βομβαρδίστηκαν και ισοπεδώθηκαν από σεισμό το 1945. Πούλησε όμως το στοκ των ελατηρίων και των πιστονιών του στην Toyota, για το ισόποσο των σχεδόν 800.000 δολαρίων σήμερα. Αποφάσισε να περάσει τον επόμενο ένα χρόνο γλεντώντας με τους φίλους του, φτιάχνοντας το δικό του ουίσκι. Και το έκανε. Κι αν σήμερα υπάρχει η Honda όπως την ξέρουμε, αυτό οφείλεται και στην Toyota, και στα τρικούβερτα γλέντια του Soichiro.

To ’46, ξεκίνησε το Τεχνολογικό Ινστιτούτο Ερευνών Honda, τον πρόδρομο της Honda Motor Company, και, μας τα έπρηξες με τον Ηοnda, τι σχέση έχει επιτέλους με την Νίκη της Σαμοθράκης; Όλη αυτή μου η έρευνα για τα χρόνια της ζωής του Soichiro πριν ξεκινήσει να φτιάχνει μοτοσυκλέτες, ξεκίνησε από μία απορία μου: Πως προέκυψε το λογότυπο των μοτοσυκλετών της Honda, το πασίγνωστο "Φτερό"; Θα περίμενε κανείς πως θα ήταν γνωστή η ιστορία ενός από τα πιο γνωστά λογότυπα του κόσμου. Αλλά όχι. Στην βιβλιοθήκη του ΜΟΤΟ έχουμε πολλά βιβλία για την Honda, ακόμα και στα Ιαπωνικά που δεν ξέρουμε να διαβάζουμε. Τίποτα σχετικό δεν γράφεται εκεί. Τυχαία όμως, ψάχνοντας για την ιστορία των τετράχρονων trial της Honda, έπεσα πάνω στο site του Joan Forrellad, το onlytrial.com, που επί δεκαετίες ασχολείται με το θέμα. Εκεί, υπάρχει ένα άρθρο που αναφέρει πως ο Soichiro επέλεξε τον συμβολισμό των φτερών της θεάς Νίκης, και ειδικότερα από την απεικόνισή τους στο περίφημο άγαλμα της Νίκης της Σαμοθράκης, για να δώσει στην νέα του τότε εταιρεία ένα σύμβολο.

Επικοινώνησα με τον Joan για να μάθω από πού βρήκε αυτή την πληροφορία: "Ήταν πολύ δύσκολο, και μου πήρε χρόνια. Ευτυχώς όμως, καθώς έχω πολλούς καλούς φίλους από την Ιαπωνία, αρκετούς που ήταν κοντά στον Soichiro την δεκαετία του ’60 και του ’70, κατάφερα να μάθω αυτά που έγραψα στο άρθρο μου." Δεν είχα τον χρόνο για να "σκαλίσω" στην Ιαπωνία μήπως μάθω κάτι περισσότερο, πριν γράψω αυτό το editorial (θα το κάνω όμως). Άρχισα να σκέφτομαι το πως έφτασε ως τον Soichiro η Nίκη της Σαμοθράκης, αφού όπως είδατε δεν έκανε αυτό που θα λέγαμε κλασικές σπουδές. Και πριν ξεκινήσει την Honda, δεν γνωρίζω να έχει ταξιδέψει εκτός Ιαπωνίας, οπότε κομμάτι δύσκολο να είχε επισκεφθεί το Λούβρο, όπου εκτίθεται από το 1883 η Νίκη της Σαμοθράκης. Στην Ιαπωνία όμως, είναι πολύ γνωστή και αγαπητή η αρχαία Ελλάδα, η ιστορία και η μυθολογία της. Υπάρχει ακόμα και το νησί της ελιάς, κατάφυτο με ελιές, πλήρες με αντίγραφα αρχαίων ναών! Ίσως τελικά ο Soichiro να μην έκανε μόνο πάρτυ τον ένα χρόνο των διακοπών του, αλλά να άνοιξε και κανένα βιβλίο.

Ξέρουμε πως ήταν κάπου ανάμεσα στο 220-185 π.Χ. όταν αφιερώθηκε το άγαλμα της Θεάς Νίκης στο ιερό των Μεγάλων Θεών, των Καβείρων, στην Σαμοθράκη. Φτιάχτηκε από Παριανό μάρμαρο και τοποθετήθηκε στην πλώρη ενός πέτρινου πολεμικού πλοίου από ασβεστόλιθο, μέσα σε μια λιμνούλα. Με τα φτερά της απλωμένα προς τα πίσω, το στήθος προτεταμένο, το λεπτό της φόρεμα με τις δραματικές του πτυχές κολλημένο πάνω της και το κεφάλι της που προφανώς κράταγε ψηλά (λέω προφανώς γιατί δεν έχει βρεθεί ακόμα το κεφάλι), έμοιαζε σαν να είχε μόλις προσνηωθεί στην πλώρη του πλοίου, παροτρύνοντας τον στόλο προς την νίκη. Άγνωστο ποιος ήταν ο γλύπτης, ή ποια ναυμαχία μνημονεύει. Η βάση του, η πλώρη του πλοίου, ήταν από Ροδίτικο μάρμαρο, και παρόμοια αγάλματα σε πλώρες έχουν βρεθεί από την Μικρά Ασία ως την Λιβύη. Η Νίκη της Σαμοθράκης βρέθηκε το 1863 από έναν ερασιτέχνη Γάλλο αρχαιολόγο, τον Charles Champoiseau, που ήταν τότε υποπρόξενος της Γαλλίας στην Αδριανούπολη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έφτασε στο Λούβρο έναν χρόνο μετά.

 

Με το δεδομένο πως ο Soichiro είχε ασχοληθεί πολύ περισσότερο με αυτοκίνητα πριν τον πόλεμο, παρά με μοτοσυκλέτες, μπορεί να είχε ήδη γνωρίσει την Νίκη της Σαμοθράκης από κει, και συγκεκριμένα από τα αυτοκίνητα της Rolls-Royce, μαθαίνοντας αργότερα ποια απεικόνιζε η φτερωτή κυρία πάνω στην τάπα των ψυγείων τους, που κι αυτά ήταν σε στυλ αρχαίων ελληνικών ναών. Το ψυγείο τους μπορείτε να το φανταστείτε σαν την μπροστινή όψη του Παρθενώνα, με την θεά Νίκη στην κορυφή του αετώματος, πράγμα που είναι και αλήθεια, γιατί από κει έχει έρθει και η έμπνευση για την χαρακτηριστική εμφάνιση των Rolls-Royce. Είναι μια ωραία ιστορία, με εστέτ λάτρεις της τέχνης και ερωμένες βαρόνων...

Ανάμεσα σ’ αυτούς που είχαν μαγευτεί από το μεγαλείο και την αίσθηση της κίνησης της Νίκης της Σαμοθράκης, ήταν και ο πρώτος διευθύνων σύμβουλος της Rolls-Royce, ο Claude Goodman Johnson. Mια από τις αγαπημένες του ασχολίες ήταν να επισκέπτεται μουσεία και γκαλερί. Είχε κάνει πολλά ταξίδια στο Παρίσι, περνώντας ατέλειωτες ώρες στο Λούβρο. Έτσι, όταν το 1910 είχε την ιδέα για μια μασκότ που θα κοσμούσε το ψυγείο των Rolls-Royce, ήξερε τι ήθελε: "Θέλω κάτι πανέμορφο," είπε στον γλύπτη Charles Sykes, "πήγαινε στο Λούβρο να ρίξεις μια ματιά στην Νίκη της Σαμοθράκης". Ο Charles το έκανε, αλλά λίγο η καλλιτεχνική του περηφάνια, λίγο το μεγαλείο της Νίκης, δεν του επέτρεψαν να αντιγράψει ακριβώς την θεά. Προτίμησε να της δώσει μια πιο λεπτεπίλεπτη όψη, να την κάνει πιο συλφίδα, κάτι που θεωρούσε πως θα εξέφραζε καλύτερα την χάρη, το αθόρυβο και την ήρεμη δύναμη των αυτοκινήτων της θρυλικής μάρκας. Ο Charles είχε μπει πολλές φορές στις Rolls-Royce του πάτρονά του John Montagu, δεύτερου βαρόνου Montagu του Beaulieu, οπότε είχε άποψη. O βαρόνος, φανατικός των αυτοκινήτων, είχε ξεκινήσει το 1902 το περιοδικό The Car Illustrated, με γραφεία στην πλατεία Piccadilly παρακαλώ. Επίσης, είχε γνωρίσει και την Eleanor Thornton, προσωπική βοηθό του βαρόνου από το ξεκίνημα του περιοδικού και του Automobile Club. H "Τhorn" ή "Τhorny" όπως την φώναζαν οι φίλοι της (τώρα φταίω εγώ που η απόσταση από το Thorny ως το Horny είναι μικρή;), όχι μόνο έγινε το αγαπημένο μοντέλο του γλύπτη Sykes, αλλά και δια βίου ερωμένη του βαρόνου Montagu, εν γνώσει και με την ανοχή της γυναίκας του. Όπως είδα σε φωτογραφίες, το σώμα της Eleanor δεν είχε σχέση με την συλφίδα μασκότ, αλλά ήταν φυσικό ο έμμισθος του βαρόνου γλύπτης να θέλει να την κολακέψει. Όλοι όμως όσοι ήξεραν την Eleanor, αναγνώρισαν το πρόσωπό της στην μασκότ του ψυγείου, την πιο διάσημη στο χώρο του αυτοκινήτου. Στην αρχή είχε ονομαστεί The Spirit of Speed, γρήγορα όμως άλλαξε σε Spirit of Ecstasy, κάτι που θεωρήθηκε πιο ταιριαστό με τον χαρακτήρα της Rolls-Royce. H Εleanor όμως έχει και μια άλλη, τραγική όμως, σύνδεση με τον ελλαδικό χώρο, εκτός από το ότι δάνεισε το πρόσωπό της σε μια μεταλλαγμένη Νίκη της Σαμοθράκης: Το πλοίο SS Persia που την μετέφερε προς την Ινδία, μαζί με τον βαρόνο, τορπιλίστηκε από γερμανικό υποβρύχιο το 1915 ανοιχτά της Κρήτης. Ο Montagu επιβίωσε, η Eleanor όχι.

 

Από το πρώτο-πρώτο λογότυπο της Honda, το 1947, υπάρχει μια αναφορά στα φτερά της Νίκης της Σαμοθράκης. Από το 1949, στο model C, την θέση της κουκλάρας Νίκης έχει πάρει ένας μπρατσαράς, αλλά με τα φτερά και τη στάση του δρομέα που τερματίζει πρώτος. Το 1954, τα πρώτα Benly είχαν δύο φτερά, ενώ από το 1955 καθιερώνεται το άσπρο φτερό με τα αρχικά "ΗΜ" από κάτω του, σε μαύρο φόντο. Μια σημαντική αλλαγή ήρθε το ’73-’74, όταν το φτερό συνδυάστηκε με το όνομα Honda, για να γίνει πιο στυλιζαρισμένο στην έκδοση που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.

Όταν ο άγνωστος γλύπτης τελείωνε την Νίκη της Σαμοθράκης, πριν από 2200 χρόνια, ούτε που θα μπορούσε να φανταστεί πως θα γινόταν έμπνευση για το πιο διάσημο έμβλημα στο χώρο του αυτοκινήτου αλλά και σήμα κατατεθέν της πιο μεγάλης εταιρείας μοτοσυκλετών, που θα κυνηγούσε και θα κατακτούσε την νίκη σε κάθε κατηγορία αγώνων. Το μόνο που μας μένει είναι να μάθουμε επιτέλους τι ήταν οι Κάβειροι και τα μυστήριά τους...