Editorial 651 - Η εξέλιξη στην τέχνη της οδήγησης

Από το

motomag

1/2/2024

Κάθε φορά που βρίσκομαι με κάποιον παγκοσμίου φήμης αναβάτη που έχει περάσει από πολλές μοτοσυκλετιστικές περιόδους, έχει δηλαδή οδηγήσει σε πίστες σε πολλές διαφορετικές φάσεις στην εξέλιξη των μοτοσυκλετών και δεν γεννήθηκε απευθείας μέσα στις IMU έξι αξόνων, θα προσπαθήσω να βρω την ευκαιρία να μιλήσουμε για τα ηλεκτρονικά και την εξέλιξη των μοτοσυκλετών. Αντίθετα με κάποιες απόψεις «εκεί έξω» οι νέοι αναβάτες σε αυτό το επίπεδο που συζητάμε έχουν ξεκινήσει να οδηγούν πριν πάνε σχολείο και τα πάντα για αυτούς είναι μία φυσική κίνηση, μία προέκταση του εαυτού τους κάνοντας τα πάντα να φαίνονται πιο εύκολα από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Είναι εντυπωσιακό που συχνά η οδήγηση της μοτοσυκλέτας σε κορυφαίο αγωνιστικό επίπεδο λαθεύεται ως κάτι το προσιτό από το οποίο μας χωρίζει το μέσο, η αγωνιστική μοτοσυκλέτα. Δεν έχω δει κανέναν που να παίζει μπάλα στο πάρκο, να λέει πως είναι ίδιος με τους υπόλοιπους μέσα στο γήπεδο, λουσμένοι από τους προβολείς και με χιλιάδες ζευγάρια μάτια καρφωμένα πάνω τους. Αντιθέτως έχω ακούσει πολλές φορές κάποιους να λένε πως είναι φανταστικοί οδηγοί που θα μπορούσαν να είχαν κάνει καριέρα μέσα στις πίστες αν τους είχαν δοθεί τα εφόδια. Ίσως η διαφορά αυτή οφείλεται στο γεγονός πως στην πρώτη περίπτωση το μέσο είναι πολύ πιο προσιτό και το να δοκιμάσει κανείς τις ικανότητες του ή να τις αποδείξει όταν κληθεί, είναι άμεσο και εύκολο. Το παραπάνω φαινόμενο επεκτείνεται και σε ανόμοιες συγκρίσεις αναβατών διαφορετικών εποχών, ένα λάθος που δεν θα υποπέσει κανείς από αυτούς που δικαιούνται να το κάνουν. Όπως ο Freddie Spencer. Δεν θα ακούσεις αυτόν τον φανταστικό άνθρωπο να λέει «αααρε όταν τρέχαμε εμείς καβαλούσαμε αληθινές μοτοσυκλέτες», «αυτοί ήταν αγώνες, οι δικοί μας που είχαν ρίσκο» και άλλα τέτοια φοβερά και καταπληκτικά που απεναντίας κάποιοι θα προσπαθήσουν να τεκμηριώσουν. Είτε από ανάγκη να αναδείξουν την εποχή τους, είτε για να παραμείνουν σχετικοί και εντός συζήτησης καθώς η επαφή τους με την μοτοσυκλέτα έχει φθίνει με τον χρόνο, δεν διαβάζουν, δεν παρακολουθούν αλλά ταυτόχρονα δεν βλέπουν πως ασχολούνται και λιγότερο.

Κατά επέκταση και εγώ στέκομαι στο θέμα αυτό με τελευταία αφορμή την συνάντηση με τον Steve Plater και έπειτα με τον Michael Dunlop. Ο Συνιώρης είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού, έχει την δική του στήλη, μιλάω πολύ συχνά μαζί του λοιπόν πέρα από το να συμμετέχει στα συγκριτικά μας, όπως συμβαίνει και με μία πληθώρα άλλων αγωνιζομένων παλαιών και νέων σε κάθε κατηγορία. Είναι όμως επίσης αυταπόδεικτο πως αλλιώς θα περάσει η άποψη του Plater και ας είμαι σε θέση να μπορώ να ισχυριστώ, έχοντας οδηγήσει παλαιότερα μαζί του, πως ορισμένοι Έλληνες αγωνιζόμενοι αλλά και αναβάτες θα μπορούσαν να τον ανταγωνιστούν. Η άποψη τους δεν θα έχει τον ίδιο αντίκτυπο όμως, παρόλο που οι ικανότητες τους δεν είναι μικρότερες. Παρένθεση εδώ πως μόνο στην Ελλάδα πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεις τον εαυτό σου ενώ ο ξένος δεν περνά ποτέ από το ίδιο ξεσκόνισμα. Το ζούμε καθημερινά με νέους αναγνώστες που βλέπουν μόνο το motomag.gr αγνοώντας την δουλειά που γίνεται εδώ κι έτσι αναρωτιούνται ποια είναι η πηγή, όταν τους περιγράφουμε γραμμές παραγωγής ή συζητήσεις με αγωνιζόμενους που δεν περιμένουν ένα ελληνικό περιοδικό να έχει πρόσβαση. Που να μάθουν πως η ύλη του μεταφράζεται και κάποιοι άλλοι πληρώνουν περισσότερα για να διαβάσουν εκείνο που οι Έλληνες είδαν πρώτοι. Έχουν μάθει στην εισαγωγή, όχι στην εξαγωγή. Σε ένα τέτοιο λοιπόν περιβάλλον ο Plater, που έχει μείνει στην ιστορία για την πρώτη του εμφάνιση στο Isle of Man TT, έχει ιδιαίτερη σημασία όταν εξηγεί πως η τέχνη της οδήγησης εξελίσσεται, δεν έχει σταθερά όρια και πως αυτά συνεχώς διευρύνονται με τους παλιούς να είχαν τεράστιο πρόβλημα να κυνηγήσουν τους νέους, αν με κάποιο μαγικό τρόπο μπορούσαν να βρεθούν δίπλα – δίπλα. Κι όμως αυτός είναι ένας προβληματισμός που διαχρονικά επανέρχεται με κάθε μεγάλη αλλαγή στην τεχνολογία της μοτοσυκλέτας από το 1969 που εμφανίστηκε για πρώτη φορά η λέξη ηλεκτρονική στο Kawasaki Mach III 500, εκείνος ο τρικύλινδρος δίχρονος διάολος που έκανε τους πάντες να αναρωτιούνται για το μέλλον. Μέχρι τότε όλα τα έφτιαχνες ακόμη και μόνος σου αν χρειαζόταν. Από τότε και μετά όμως άρχισες να χρειάζεσαι εξιδεικευμένα ανταλλακτικά. Άλλαξε και η τέχνη της οδήγησης βέβαια, γιατί μέχρι τότε οδηγός και μηχανικός ήταν συνώνυμα και για πολλά χρόνια μετά από αυτό, οι μηχανολογικές γνώσεις ήταν απαραίτητες αν ήθελες να είσαι σίγουρος πως θα ολοκληρώσεις μία διαδρομή. Ήταν μία εποχή που δεν φαινόταν παράξενο αυτό γιατί δεν απείχε από τον πόλεμο όσο τώρα και οι μοτοσυκλέτες πριν από εκεί οδηγούνταν μόνο με γνώσεις για την ανάφλεξη, την ιδανική ρύθμιση αβάνς για κάθε σχέση κτλ. Περάσαμε ήδη μία εποχή, την έχουμε ζήσει όλοι μας εδώ μέσα, που η τεχνολογία που σήμερα έχει ξεπεραστεί, μας φαινόταν εξωπραγματική και πως θα μας αποξενώσει από την οδήγηση. Φανταστείτε αρχές του 2000 να μιλάμε για μοτοσυκλέτες με οθόνες, σύνδεση κινητού τηλεφώνου και αναρτήσεις που μία δουλεύουν έτσι και μία αλλιώς. Όταν το 2010 βλέπαμε το Skyhook, φοβόμασταν πως έρχεται το Skynet της μοτοσυκλέτας και 14 χρόνια μετά δεν έχει έρθει καμία καταστροφή, το αντίθετο. Φταίει που το πρώτο ABS ήταν για να σκοτώνεσαι μαζί του και τώρα φτάσαμε να μπορούμε να προσαρμόσουμε την οδήγησή μας ανεβάζοντας ρυθμό, αν έχουμε μοτοσυκλέτα με συνδυασμένα φρένα. Η εξέλιξη έχει φέρει τεράστιες αλλαγές που ένας αναβάτης, όπως ο Michael Dunlop, που κάνει το πιο επικίνδυνο πράγμα στον κόσμο με μοτοσυκλέτα ξεκινώντας από μοτοσυκλέτες χωρίς ηλεκτρονικά και καταλήγοντας στα σημερινά, σου λέει πως το σωστό είναι να εξελίσσεσαι, το λάθος είναι να μένεις στάσιμος. Επειδή δεν μιλάει ελληνικά και τα αγγλικά του είναι βαριά, απότομα και κοφτά, ας τον ακούσουμε. Δεν χρειάζεται να πάρουμε νέο, δεν είναι αυτό το νόημα σε καμία περίπτωση. Η εξέλιξη στην οδήγηση δεν έρχεται αν αλλάξεις τροχούς αλλά αν κάνεις νέα πράγματα που δεν είχες δοκιμάσει. Και η μοτοσυκλέτα που ήδη έχεις, είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος να δοκιμάζεις νέα πράγματα. Αν δεν έχεις μπει χώμα μαζί της, κάντο. Αν δεν έχεις πάει ποτέ στην πίστα, κάντο. Αν δεν έχεις ταξιδέψει μακριά, μην περιμένεις. Η τέχνη της οδήγησης είναι να εξελίσσεσαι.

editorial 532 - χωρίς μοτοσυκλέτα

Από το

Μαύρο Σκύλο

7/3/2014

Πως λέμε "Χωρίς οικογένεια", του Έκτορος Μαλό; Τρεις βδομάδες τώρα χωρίς μοτοσυκλέτα, λόγω γόνατου, κι έχω πάθει στέρηση. Μου λείπει ακόμα κι η καθημερινή μετακίνηση σπίτι-γραφείο, που εξ ορισμού είναι ό,τι πιο επικίνδυνο, βαρετό και ανούσιο. Αναγκαστικά μετακινούμαι με αυτοκίνητο, το κάθισμα τέρμα πίσω τραβηγμένο, το πόδι κάγκελο τεντωμένο, κλέβω λίγο κιόλας και χαλαρώνω τον κάτω ιμάντα του νάρθηκα για να μπορεί να λυγίζει λίγο το πόδι και να δουλεύω γκάζι-φρένο.

Καθώς με το αυτοκίνητο περνάω περισσότερο χρόνο ακίνητος, μπορώ να παρατηρώ ακόμα καλύτερα όσα συμβαίνουν γύρω μου στους δρόμους, κι απορώ ακόμα περισσότερο: Πως καταφέρνουμε κι επιβιώνουμε; Όσοι κινούμαστε με μοτοσυκλέτα αποδεικνύουμε πως όντως, γίνονται θαύματα. Μ' αυτά που βλέπεις στους δρόμους θα πίστευες πως μέσα σε μια βδομάδα δεν θα υπήρχε όρθιος μοτοσυκλετιστής ούτε για δείγμα. Κι όμως, φαίνεται πως είμαστε σαν τις κατσαρίδες, δεν εξηγείται αλλιώς.

Κινούμαι σε δρόμο διπλής κυκλοφορίας, χωρίς νησίδα, και μπροστά μου ακόμη ένας με μια "κούρσα" έχει βγάλει φλας για να στρίψει αριστερά στην ίδια κάθετο που θέλω να στρίψω κι εγώ. Η είσοδος όμως της καθέτου είναι μισόκλειστη από έργα του ΟΤΕ, έχουν σκάψει κι έχουν βάλει τα πάντα: Πλέγματα πορτοκαλιά στηριγμένα σε μπετόβεργες (all time safety classic η μπετόβεργα), σήματα "υποχρεωτική πορεία δεξιά", κορδέλες ασπροκόκκινες και φαναράκι που αναβοσβήνει. Τι άλλο να βάλουν; Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει όποιος ήθελε να μπει στην κάθετο ήταν να πάρει λίγο πιο ανοιχτά την στροφή, αποφεύγοντας το εμπόδιο. Και τι κάνει ο τύπος; Το προφανές. Παίρνει φόρα και πέφτει πάνω σε όλα αυτά, σαν να μην υπήρχαν. Περνώντας δίπλα του, είδα την φάτσα του πανικόβλητη, έκπληκτη, λες και πλέγματα και ταμπέλες και φαναράκια πετάχτηκαν ξαφνικά μπροστά του. Ήθελα να σταματήσω και να τον βρίσω, να του πω πως είναι ηλίθιος και επικίνδυνος. Και γιατί; Γιατί φαντάστηκα πως θα μπορούσα κάλλιστα να οδηγώ μοτοσυκλέτα, και να τον συναντήσω στον δρόμο μου, και να πέσει πάνω μου έτσι όπως έπεσε και στην σήμανση των έργων. Είμαι σίγουρος πως θα είχε την ίδια δικαιολογία: Δεν σε είδα, δεν τα είδα.

Αυτό τώρα, είναι ένα πρόβλημα. Αλλά δεν είναι δικαιολογία. Το "δεν σε είδα" να το καταλάβω αν πρόκειται για τυφλό, και γνήσιο μάλιστα, όχι μαϊμού. Ελπίζω όμως πως οι τυφλοί δεν οδηγούν, ακόμα και στην Ελλάδα. Άνθρωπος που έχει τα ματάκια του και βλέπει, άνθρωπος που οδηγεί, δεν δικαιούται να πει δεν είδα. Δεν είδες, γιατί δεν κοίταγες, βλάκα. Κι ας φαίνεται πως είχες ανοιχτά τα μάτια σου, δεν έχεις όμως την εγκεφαλική χωρητικότητα που απαιτείται για να αναγνωρίζεις τι βλέπεις. Κι αν εσύ πιστεύεις στην μετεμψύχωση, εγώ λέω να απολαύσω ακόμα για πολύ αυτή την ζωή πριν πάω για την επόμενη. Δεν μιλάω μόνο για τον κύριο με την κούρσα εναντίον έργων, μιλάω και για την κοπελιά που είχε καρφωμένο το βλέμμα της στο υπερπέραν κι ερχόταν καταπάνω μου κοιτώντας με αλλά χωρίς να με βλέπει, κι έχω φάει φρίκη, ένα Jimny οδηγώ, μπορεί κι ανεβαίνει πεζοδρόμια, αλλά το άτιμο δεν πηδάει στο πλάι σαν γατί περνώντας πάνω από παρκαρισμένα για να βρεθώ στο πεζοδρόμιο και να γλιτώσω, να βάλω όπισθεν το σκέφτηκα αλλά είχα άλλον πίσω μου, το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να βυθίσω το κουμπί της κόρνας βαθιά μέσα στο τιμόνι και να εισπνεύσω δυνατά μέσα από τα σφιγμένα δόντια μου (αυτό πάντα βοηθάει) περιμένοντας το μπαμ. Η σκηνή αυτή είχε γυριστεί φαίνεται σε super hi definition, γιατί παρακολούθησα τα μάτια της να εστιάζουν αργά, κι εξίσου αργά να στρίβει το τιμόνι, λες και το αυτοκίνητό της μέσα ήταν γεμάτο διαφανή μαρμελάδα και δυσκολευόταν. Πέρασε χιλιοστά δίπλα μου, ατάραχη όμως, κι εξακολουθώντας να μιλάει στο κινητό.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω μια διακοπή για να παρακαλέσω τις αυτοκινητοβιομηχανίες να εγκαταστήσουν, και ως πρώτη τοποθέτηση και ως ρετροφίτ, το εξής σύστημα: Μόλις το αυτοκίνητο ανιχνεύσει χρήση κινητού, να ανοίγει αυτόματα το παράθυρο του οδηγού. Επόμενή μου παράκληση είναι να γίνει μια μικρή αλλαγή στον ΚΟΚ, που θα λέει το εξής: "Πας νοήμων μοτοσυκλετιστής δικαιούται άνευ ποινής να αρπάξει το κινητό ή το μπλουτούθ ή το χαντσφρή και να το σφεντονίσει όσο πιο μακριά μπορεί, κατά προτίμηση σε σημείο που θα το πατήσουν αμέσως τα άλλα αυτοκίνητα". To ζητάω αυτό γιατί πολλές φορές έχω την επιθυμία να το κάνω, αλλά με εμποδίζουν τα κλειστά παράθυρα. Πιστεύω πως είναι ένα μέτρο που θα σώσει πολλές ζωές. Εναλλακτικά, για να μην αφήνουν οι μοτοσυκλετιστές το δεξί τους χέρι από το τιμόνι, θα συμβιβαζόμουν με μια συσκευή που με το πάτημα ενός κουμπιού θα ανατίναζε όλα τα κινητά σε απόσταση πέντε μέτρων. Μια απλή συσκευή ηλεκτρομαγνητικού παλμού δηλαδή, κατάλληλα ρυθμισμένη για να μην καταστρέφει τα ηλεκτρονικά της ίδιας της μοτοσυκλέτας (που κατά προτίμηση θα πρέπει να είναι με καρμπυρατέρ και πλατίνες, χωρίς ηλεκτρονική, για να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο), αλλά που θα μπλοκάρει τόσο το κινητό όσο και τα ηλεκτρικά του αυτοκινήτου.

Μετά από λίγες μέρες πίσω από στρογγυλό τιμόνι, άρχισα να κατανοώ και γιατί οι οδηγοί των αυτοκινήτων είναι όλοι έτοιμοι να σφάξουν τους άλλους οδηγούς. Φαινομενικά τα πράγματα είναι ήρεμα, κι όταν είσαι με μοτοσυκλέτα και δεν μένεις πολύ ανάμεσά τους αλλά κινείσαι συνεχώς, δεν μπορείς εύκολα να καταλάβεις πως αρκεί η παραμικρή αφορμή για να ξεσπάσει τρίτος παγκόσμιος πόλεμος. Όταν όμως αναγκαστείς να ζήσεις εγκλωβισμένος ανάμεσά τους, σιγά-σιγά η υποβόσκουσα αυτή οργή μπαίνει και στο δικό σου αυτοκίνητο από το ανοιχτό παράθυρο (ακόμα και το χειμώνα, εκτός εθνικής οδού, οδηγώ με ανοιχτό παράθυρο) και σε ποτίζει χωρίς να το καταλάβεις. Είναι φαίνεται τόσο αφύσικη η όλη φάση, σειρές ολόκληρες από ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, άνθρωποι που περνούν έτσι ώρες ολόκληρες καθημερινά, που το μόνο που σκέφτεσαι είναι όχι πως θα γλιτώσεις, αλλά πως θα ξεσπάσεις στον πρώτο που θα κάνει το λάθος. Πρόκειται για μια κλασική εφαρμογή του πειράματος Καλχούν: Όταν τα ποντίκια είναι λίγα μέσα στο κουτί ανέχονται το ένα το άλλο. Όταν γίνουν πολλά, γίνονται και κανίβαλοι και τρώνε το ένα το άλλο για να επέλθει μια ισορροπία. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τους οδηγούς αυτοκινήτων στους δρόμους. Είναι πολλοί, το κουτί είναι μικρό, τρώνε ο ένας τον άλλο. Άρχισα κι εγώ να επηρεάζομαι.

Στην φάση που για 500 μέτρα στενού δρόμου είχα μπροστά μου έναν κυριούλη που πήγαινε με πρώτη αργή-σκορτσάροντας-πατώντας φρένο-ανάβοντας δεξί φλας-όχι, όχι, αριστερό φλας τώρα-μπα, βάλε αλάρμ-σβήσε αλάρμ-κάνοντας πως θα χωθεί δεξιά-αλλά όχι, ίσως αριστερά-κι όλα αυτά τόσο αααργά που η βελόνα του κοντέρ ούτε που κουνιόταν, θυμήθηκα μια παλιά μου κατά φαντασίαν εφεύρεση: Το όπλο Ε.Ε.. Όπου Ε.Ε. σημαίνει Εξαΰλωσις-Εξαφάνισις, και όχι Ευρωπαϊκή Ένωση. Σημαδεύεις νοητά όποιον σε φρικάρει στο δρόμο και... ΠΑΦ! εξαφανίζεται από μπροστά σου. Ιδανικά, το όπλο Ε.Ε. είναι ρυθμισμένο για να τον στείλει, μαζί με το αυτοκίνητό του, σε μέρος χωρίς δρόμους, μακριά από πολιτισμό, όπως για παράδειγμα στα βάθη της ζούγκλας του Αμαζονίου, ή σε κάποιο ακατοίκητο ερημονήσι του Ειρηνικού Ωκεανού. Στην αρχή, όταν το είχα πρωτοεφεύρει, το είχα ρυθμισμένο απλώς να εξαφανίζει, όμως οι διαμαρτυρίες ανθρωπιστικών οργανώσεων με έκαναν να το μετατρέψω. Δουλεύει και για μοτοσυκλέτες, ειδικά για όσους καταφέρνουν να καθυστερούν πίσω τους αυτοκίνητα, μέσα στην πόλη, και όσους βγαίνουν μπροστά στα φανάρια, χωρίς να τα βλέπουν και όταν ανάψει πράσινο, κάθονται μέχρι να τους κορνάρουν τουλάχιστον 50 αυτοκίνητα για να ξεκινήσουν.

Όσο περνούν οι μέρες κι οδηγώ ακόμα αυτοκίνητο, η κατάστασή μου σοβαρεύει. Αρχίζω να ζηλεύω ακόμα και αυτούς που κυκλοφορούν μέσα στην Αθήνα με τριβάλιτσα Adventure, φορώντας καπελάκι και ξεκινούν από το φανάρι με τα πόδια κάτω για τουλάχιστον εκατό μέτρα, μέχρι να αισθανθούν σίγουροι για την ισορροπία τους και να τα βάλουν στα μαρσπιέ.

Ναι, τόσο χαμηλά έχω πέσει. Γλυκοκοιτάζω ακόμα και κάτι μεγκασκούτερ μπαουλοντίβανα που χρειάζονται χάιγουέι στις ερημιές της Νεβάδα για να χωρέσουν, κάτι παπιά ρημάδια που αλλού κοιτάει ο μπροστινός τους τροχός κι αλλού ο πίσω, μέχρι κι ένα Μεζέ 250 που άφηνε απ' την εξάτμισή του μια παχιά γραμμή αδιάλυτου καπνού, ξέρετε, εκείνα που στο ρελαντί βλέπεις θολό τον κινητήρα απ' τους κραδασμούς. Νόμιζα πως είχαν εξαφανιστεί, αλλά ήμουν κοντά στον Περισσό, οπότε η εμφάνισή του μπορεί να δικαιολογείται κι έτσι. Όχι πως δεν τα αγαπώ, είχα κι εγώ τέτοιο κάποτε, κι ας είχε προσπαθήσει δύο φορές να με δολοφονήσει, μία που κόλλησε τέρμα το γκάζι στην εθνική και μία που πήγε να πάρει φωτιά. Η σχέση μας δεν κράτησε πολύ.

Τώρα που δεν μπορώ να καβαλήσω, περνούν μπροστά από τα μάτια μου όλα τα μηχανάκια που είχα, κι όσα θα ήθελα να έχω, μια παρέλαση που μπορεί να με κρατήσει απασχολημένο για πολλή ώρα, ειδικά αν σκεφτώ και όσα είχα κάνει με αυτά που είχα και όσα θα ήθελα να κάνω με αυτά που δεν είχα. Ζω τέτοια στέρηση, που αν μου έλεγαν πως μπορείς να καβαλήσεις, αλλά μόνο ΑΥΤΟ (κάτι που κανονικά δεν θα ήθελα να βρεθώ πάνω του ούτε ταριχευμένος), θα χοροπηδούσα απ' τη χαρά μου. Το GS μου έχει μαραζώσει, το Χάσκυ μου με κοιτάει παραπονεμένο, αλλά το γόνατο είναι αυτό που θα πει πότε θα μπορέσω να ξανακαβαλήσω.

Κι όσο το σκέφτομαι, τόσο καταλήγω πως σε κάτι τέτοιες φάσεις στέρησης καταλαβαίνεις πόσο αγαπάς τις μοτοσυκλέτες, όταν πάψεις να έχεις ιδανικές καταστάσεις στο μυαλό σου και διαπιστώνεις πως θα ήσουν ευχαριστημένος με λιγότερα, έως ελάχιστα. Κι όταν οι προδιαγραφές σου φτάσουν στο σημείο "κινητήρα και ρόδες να έχει, και μια χαρά θα περάσουμε", τότε πρέπει να είναι το αντίστοιχο του "ζω στην έρημο και τρέφομαι με ακρίδες και μέλι, αλλά βρήκα τη φώτιση" ή του "μετά από δέκα χρόνια απομόνωσης σε σπηλιά του Θιβέτ ζω μόνο με δροσερό αεράκι κι αγαπάω όλο τον κόσμο". Μ' αυτά που γράφω, σ' αυτό το σημείο μου ήρθε μια εικόνα με τον Βούδα να διαλογίζεται κάτω από έναν φίκο, αλλά όταν κοίταξα πίσω από τον φίκο, είδα έναν τροχό να ξεπροβάλλει, με τρακτερωτό λάστιχο και ψηλό φτερό από πάνω του: Κι ο Βούδας εντούρο ονειρεύονταν.