Editorial 636 - Κάπου τώρα στα κοντά θα χρειαστεί να πει η FIM: “so be it”

Από το

motomag

1/11/2022

Στα μέσα του μήνα η επιτροπή των Superbike της FIM, μέρος της οποίας είναι ο Gregorio LAVILLA Executive Director της Dorna για το WorldSBK, ανακοίνωσε πως θα αναθεωρήσει το όριο πώλησης των μοτοσυκλετών παραγωγής για το 2023 πάνω στις οποίες θα βασίζονται και οι αγωνιστικές μοτοσυκλέτες. Με λίγα λόγια τα superbike μοντέλα που θα παράγονται σε λίγα κομμάτια για να μπορεί μία αγωνιστική μοτοσυκλέτα να κατέβει στο WSBK θα μπορούν πλέον να κοστίζουν περισσότερο. Για να παραμείνουν τα WSBK ένα γήινο άθλημα, βασισμένα σε μοτοσυκλέτες που μπορούν να αποκτηθούν από τον απλό πολίτη και να ταυτίζεται έτσι με το άθλημα λίγο περισσότερο από αυτό που κάνει στα MotoGP, υπήρχε και πρέπει να υπάρχει, ένα όριο λιανικής τιμής πώλησης στις μοτοσυκλέτες παραγωγής, πάνω στις οποίες βασίζονται οι αγωνιστικές. Αυτό δεν σημαίνει πως οι αγωνιστικές μοτοσυκλέτες είναι φτηνές, κάθε άλλο, είναι πανάκριβες, αλλά πως η βάση τους κοστίζει έως 40.000 Ευρώ. Επίσης αυτό δεν σημαίνει πως μπορείς να αποφύγεις εκείνους που βλέπουν MotoGP και σκέφτονται σιγά μωρέ, είναι μερικά δευτερόλεπτα κάτω από εμένα, άρα κοντά σε εμένα και να θεωρούν πως ταυτίζονται και με τους καλύτερους αναβάτες του κόσμου. Εδώ δεν μπορείς να αποφύγεις εκείνους που μιλάνε με οπαδικά κριτήρια και υποστηρίζουν αναβάτες συγκεκριμένους, αλλά θα ξεφύγουμε από την ουσία αν πάμε να αναλύσουμε τις παθογένειες από την πλευρά των θεατών. Είναι πολλές.

Το όριο κόστους έχει ένα νόημα και μάλιστα είναι ήδη πολύ υψηλό, θα μπορούσε να είναι πολύ πιο κάτω, όπως και ήταν πολύ πιο κάτω. Η ανακοίνωση της FIM εξηγεί πως η απόφαση αυτή πάρθηκε γιατί όλα γύρω μας έχουν ακριβύνει, το κόστος των μοτοσυκλετών έχει ακριβύνει και πρέπει τα όρια να αυξηθούν. Μαντέψτε ποια μοτοσυκλέτα ήταν μέχρι τώρα πολύ κοντά στο όριο, η Panigale V4R που κόστιζε λίγο πιο κάτω από αυτό που ίσχυε έως τώρα.

Η συνάντηση της επιτροπής έλαβε μέρος στο Portimao στις 6 και 8 Οκτωβρίου 2022 και η ανακοίνωσή τους βγήκε στις 17/10/2022, λίγες ημέρες πριν από την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές. Στις 7 Οκτωβρίου ήταν προγραμματισμένη μία παγκόσμια πρεμιέρα μοντέλου από την Ducati με βάση το πρόγραμμα που η ίδια ανακοίνωσε στις 30 Αυγούστου 2022! Η 7η Οκτωβρίου ήταν κρατημένη με τον τίτλο “This is Racing” και αυτό εύλογα μας έκανε να περιμένουμε μία νέα V4R. Στις 6 Οκτωβρίου, μία ημέρα πριν, η Ducati ανακοινώνει πως εξαιτίας οργανωτικών αιτιών θα πρέπει να αναβάλει την παρουσίαση για τις 14 του μήνα, μόλις έξι ημέρες πριν από την επόμενη στις 20 που ήταν δεσμευμένη με τον τίτλο “Push Forward” κι αποδείχτηκε πως ήταν το Streetfighter V4. Πράγματι αυτή που θα βλέπαμε στις 7 αλλά τελικά είδαμε στις 14, ήταν η νέα V4R με στόχο να είναι το εισιτήριο της Ducati στα WSBK. Η τιμή που ανακοίνωσε η Ducati για την μοτοσυκλέτα που θα ομολογκάριζε την αγωνιστική της για την επόμενη σεζόν ήταν €43.990, δηλαδή 3.990 Ευρώ πάνω από το όριο.

Αν δεν το έχω κάνει απόλυτα ξεκάθαρο μέχρι τώρα, θα σας το γράψω με λόγια: Προφανώς η Ducati ήξερε πως θα αλλάξει το όριο και μάλιστα ξέρει και ποιο όριο είναι αυτό, ενώ η FIM δεν το έχει ανακοινώσει ακόμη, αλλιώς δεν θα μπορούσαν οι Ιταλοί να είναι σίγουροι πως μπορούν να ανακοινώσουν με την σειρά τους την τιμή και να δεχτούν και παραγγελίες! Για το ξεκάρφωμα μπορεί το νέο όριο να είναι πολύ μεγαλύτερο, να μην γίνει δηλαδή €45.000 φανερώνοντας με ακόμη ένα τρόπο πως είναι μία φωτογραφική διάταξη όμως σε κάθε περίπτωση η χρονική σειρά των πραγμάτων δεν μπορεί να αλλάξει.

Στο μεταξύ είναι και μία περίεργη συγκυρία αυτή, με δεδομένο πως λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία του τεύχους η Ducati θα έχει πάρει τον τίτλο στα MotoGP, εκτός κι αν πέσει μετεωρίτης στον Bagnaia και ο ίδιος μετεωρίτης εκτοξεύσει τον Quartararo πρώτο, πάνω από ένα στρατό Ducati. Έχω βαρεθεί να διαβάζω για "οδηγίες Ducati” και διάφορες θεωρίες, όταν είναι ξεκάθαρο το τι έχει συμβεί τουλάχιστον μέχρι αυτή την στιγμή της αναθεώρησης του κειμένου μετά τον τελευταίο αγώνα στην έξοδο για το τυπογραφείο. Θεωρώ πως την πάσα αλήθεια την έχει πει ο Zarco που χοντρικά θα το συνοψίσω στο "μη προσπερνάτε τον Bagnaia εκτός κι αν πηγαίνετε για νίκη". Όσο πλησιάζουμε στο τέλος τόσο λιγότερο ισχύει και το "εκτός". Όπως παραλίγο να δούμε για τον Bastianini στον προτελευταίο αγώνα, αν ο Bezzecchi είχε περάσει τον Quartararo. Τότε θα έφευγε το μήνυμα και εκείνος είμαι βέβαιος πως θα έδινε την θέση του τελείως εξόφθαλμα να το δει όλος ο κόσμος και όχι συγκεκαλυμμένα και στο περίπου. Είναι τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα χωρίς άλλες θεωρείες. Η αρχική μας όμως ιστορία αφήνει το θέμα της συνεννόησης Dorna – Ducati ανοικτό, κι αυτό επίσης δεν αλλάζει. Όπως δεν αλλάζει το γεγονός πως πίσω στο 2012 η Honda απείλησε πως θα φύγει από τα MotoGP αν η Dorna επιβάλλει ενιαία ECU, σαν της Moto3. Το θυμάστε αυτό; Ήταν ο καλύτερος πελάτης τότε η Honda και η κάθε αλλαγή περνούσε από αυτή. Η Dorna το πήρε αμέσως πίσω για χάρη της Honda που στο μεταξύ πήρε μαζί της και την Yamaha. Τελικά η ενιαία ECU ήρθε το 2016, προηγήθηκε η κίνηση της Ducati που υποστήριζε την ενιαία ECU για “open class” αν και η απόφαση των Ιαπώνων δεν στηρίχτηκε μόνο σε πιέσεις προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση αλλά και στην εξέλιξη της τεχνολογίας. Στο τέλος η ενιαία ECU ήταν μία καλή κίνηση προς το συμφέρον των αγώνων. Το συμπέρασμα είναι άλλο, ο καλός πελάτης κάνει κουμάντο, κάποτε η Honda, τώρα η Ducati. Και ο καλός πελάτης είναι εκείνος που ξοδεύει. Σε μαγαζιά λιανικής αυτό είναι αποδεκτό, για τον καλό πελάτη στρώνεις κόκκινο χαλί, όταν όμως είσαι αρχή ενός σπορ, οφείλεις να τραβήξεις κόκκινη γραμμή σε κάποιο σημείο. Κι αν χρειαστεί να πετάξεις τον "καλό πελάτη" από το μαγαζί με τις κλωτσιές και να χάσετε και οι δύο, “so be it” που λένε και οι Αμερικάνοι - το business ethics των οποίων έχει κι ορισμένα καλά σημεία…

editorial 540 - ό,τι επιθυμείς!

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

31/10/2014

 

Δεν είναι τα 300 άλογα. Δεν είναι ότι από αύριο θα βγούμε όλοι και θα πηγαίνουμε με 350. Δεν είναι καν ότι κάποιος από μας χρειάζεται ντε και καλά 300 άλογα. Αυτό όμως που χρειάζεται ο κόσμος της μοτοσυκλέτας είναι ένα ξυπνητήρι. Και είναι η Kawasaki που αποφάσισε να το φτιάξει.

Γιατί καλές είναι όλες αυτές οι μοτοσυκλέτες που χρειαζόμαστε, καλά τα λογικά βασικά μεταφορικά μέσα, καλές οι πολύ οικονομικές αλλά άχρωμες και άοσμες, έχουν όμως ένα μεγάλο μειονέκτημα: Κανείς δεν ενθουσιάζεται μαζί τους, όσο κι αν κάνει την δουλειά του. Χρόνια τώρα διαμαρτυρόμαστε και κουνάμε θλιμμένοι το κεφάλι, γιατί στην ουσία ο μύθος της μοτοσυκλέτας έχει πάρει πολύ νερό, ε, και πως να είναι διαφορετικά όταν οι μοτοσυκλέτες έγιναν είδος μαζικής κατανάλωσης; Μοιάζει να έγινε ξαφνικά, αλλά στην πραγματικότητα τα είκοσι τελευταία χρόνια με την τεχνολογική εξέλιξη των μοτοσυκλετών, όλοι και η γιαγιά μου μαζί ανακάλυψαν πως μπορούσαν να οδηγήσουν μία. Πρόοδος στα ελαστικά, στα φρένα, στα ηλεκτρονικά του κινητήρα, στα ABS, να και traction control, να και όλα τα ηλεκτρονικά control που μπορεί κανείς να φανταστεί, κι ευτυχώς, γιατί σώθηκε πολύ κόσμος. Το θέμα είναι πως όσο περισσότερο ασφαλείς γίνονται οι μοτοσυκλέτες, τόσο πιο δύσκολο είναι να γίνουν μύθοι. Φτάσαμε σε ένα σημείο που η αίσθηση που παίρνεις όταν οδηγείς έχει απομακρυνθεί πολύ από τα ανθρώπινα δεδομένα, καθώς γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ταυτιστεί ο αναβάτης μαζί της, αφού νιώθει πια πως δεν είναι και τόσο απαραίτητη η δική του συμβολή στο θέμα οδήγηση. Με άλλα λόγια, πιο πολύ μας πάνε, παρά τις πάμε. Μ’ αυτά και με τ’ άλλα, οι superbike εξειδικεύτηκαν απόλυτα για πίστα, τόσο που δεν φαίνεται να έχει και πολύ νόημα να τις οδηγείς στο δρόμο. Κάτι σαν να κυνηγάς σπουργίτια με κανόνι ένα πράμα.

Κάπου εκεί, να και κάτι οικονομικές κρίσεις λέει, να και κάτι όψιμες οικολογικές ανησυχίες για το αν θα καίνε 4,5 ή 5 λίτρα στα εκατό, είχαμε γεμίσει από εξαιρετικές αλλά βαρετές μοτοσυκλέτες. Και κακά τα ψέματα, οι υπερμοτοσυκλέτες πάντα έπαιζαν τον ρόλο των προβολέων ενός σταδίου: Φωτίζουν τον χώρο που παίζουν οι άλλες. Δημιουργούν την αίγλη και τον μύθο, πυροδοτούν συζητήσεις, η δόξα τους αντανακλάται σε όλη την γκάμα της εταιρίας. Πόσο όμως να συζητήσεις για ηλεκτρονικά και "τι σου κάνει εσένα η δικιά σου στο mode 2, level 3 του traction control;" Χάθηκαν οι συζητήσεις και οι αναφορές σε βασικές αισθήσεις, που όλοι μπορούν να καταλάβουν και να ενθουσιαστούν.  Χάθηκαν τα ελαττώματα και οι υπερβολές που ήταν το αλάτι στο φαΐ της μοτοσυκλέτας.

Όταν κάτσει κανείς και σκεφτεί ποιες μοτοσυκλέτες έγιναν θρύλοι, συνήθως ήταν αυτές που γέμιζαν τα νεκροταφεία, ή για να μην είμαστε τόσο μακάβριοι, αυτές που ήταν εντελώς αντι-κοινωνικές, αντι-ασφαλείς, αντι-οικονομικές, όλα τα αντί. Ακόμα συζητιούνται τα τρικύλινδρα δίχρονα της Kawasaki, που ακόμα και το Mach IV 750, γνωστό κι ως Η2, είχε μόνο 74 αλογάκια για 200 κιλά, με καλαμάκια πιρουνιού σαν καλαμάκια φραπέ, με αμορτισέρ που είχαν μόνο ελατήρια, με πλαίσιο που ίσα ίσα κράταγε όλα τα εξαρτήματα πάνω του. Κι όμως, οι αναβάτες έτρεχαν μαζικά τότε στις εκθέσεις για να το δουν (τουλάχιστον στις ΗΠΑ, γιατί εδώ ελάχιστοι μπορούσαν να το αγοράσουν), και λόγω του σλόγκαν της διαφήμισής του ("... μια επιτάχυνση που κανείς αναβάτης δεν έχει ξανανιώσει") και λόγω της φήμης του, που διαδόθηκε αστραπιαία από όσους το οδήγησαν. Λογικά, με τέτοια φήμη του στυλ "το πιθανότερο είναι ή να φύγεις από πάνω του όταν ροπιάσει, ή να σε πετάξει κάτω όταν πλαγιάσει", κανείς δεν θα ήθελε να το πλησιάσει, κι όμως συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Κι όμως, το Mach III 500 ήταν πολύ πιο απότομο κι ατίθασο, το Mach IV 750 ήταν πολύ πιο "γλυκό", τουλάχιστον συγκριτικά. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η απόφαση της Kawasaki να χρησιμοποιήσει ακριβώς τις ίδιες εκφράσεις, "κανείς δεν έχει ξανανιώσει τέτοια επιτάχυνση", για την νέα της H2R, και να της δώσει και το ίδιο όνομα με την αγωνιστική έκδοση του αερόψυκτου δίχρονου 750. Είναι σαφές πως απευθύνεται σε βασικές αισθήσεις, σε βασικά ένστικτα του ανθρώπου, αντί να προσπαθεί να ικανοποιήσει κάποια ορθολογιστικά και ασαφή κριτήρια.

 

Ακόμα και στην προ-ιαπωνική εποχή, οι μοτοσυκλέτες που έμειναν στην ιστορία είναι κάτι Gold Star, κάτι Vincent, κάτι Brough Superior, που όλες τους ήταν φτιαγμένες για τους κάγκουρες της εποχής που τις τελίκιαζαν σε κάθε ευκαιρία και μούσκευαν τα βρακιά τους όταν ξεπερνούσαν ταχύτητες που τα σημερινά 250 καθημερινής χρήσης φτάνουν άνετα.  Έφτιαξαν και κάτι τρικύλινδρα που τόσο γρήγορα τους φαίνονταν που τα ονόμασαν Rocket, και χάρηκαν για λίγο μέχρι που η Honda έβγαλε το δικό της τετρακύλινδρο 750, που και πύραυλος ήταν (και πάλι με εβδομήντα-κάτι αλογάκια!) και δούλευε για δεκαετίες χωρίς να χάνει λάδια. Η Κawasaki ετοίμαζε κι αυτή τότε το δικό της 750, αλλά την πρόλαβε η Honda και για να μην δείξει πως ακολουθεί, το μεγάλωσε σε 900. Πιο πολλά κυβικά, πιο πολλά γκάζια κι ένας κυβισμός που δεν είχαμε δει μέχρι τότε, ξεκίνησαν ένα κεφάλαιο επιδόσεων που κράτησε για δεκαετίες και εξελίχθηκε σε Ninja. Tα αερόψυκτα μπορεί να είχαν μεγαλώσει σε καρχαρίες 1100 και να κρατούσαν ξάγρυπνους τους νοικοκυραίους τα βράδια, αλλά τα λιγότερα μεν, υγρόψυκτα δε 900 κυβικά της GPz900R ξεκίνησαν μια άλλη μάχη, αυτή της τελικής. Παράλληλα όμως με τις τελικές, ανέβαιναν και τα κιλά, αφαιρώντας από την αίσθηση επιτάχυνσης, και δίνοντας περισσότερο βάρος στο μάζεμα χιλιομέτρων. Το αποκορύφωμα και το κύκνειο άσμα αυτής της, εεε, φιλοσοφικής προσέγγισης στο θέμα μοτοσυκλέτα, ήρθε με την ZX-12R, την πιο γρήγορη σε τελική που μετρήσαμε ποτέ στο ΜΟΤΟ, με 312 πραγματικά χιλιόμετρα. Ο πλανήτης όμως είχε γίνει πια πολύ πυκνοκατοικημένος, και μια τέτοια μάχη δεν είχε μέλλον. Και πριν οι μπαμπούλες της ασφάλειας προλάβουν να επέμβουν νομοθετικά, οι κατασκευαστές έκαναν "συμφωνία κυρίων", εθελοντικά δηλαδή περιόρισαν ηλεκτρονικά την τελική των μοτοσυκλετών στα 299. Φυσικά, τίποτα το διαφορετικό δεν συμβαίνει στα 301 σε σχέση με τα 299, το νόημα όμως ήταν πως ο ανταγωνισμός σε αυτό το πεδίο ήταν πια νεκρός, οπότε μ’ ένα σμπάρο, πολλά τρυγόνια. Απ’ τη μια οι εταιρίες έδειχναν προς τα έξω (δηλαδή, προς τους μη μοτοσυκλετιστές) ένα πρόσωπο τάχαμου κοινωνικής ευαισθησίας, κι απ’ την άλλη, ξέμπλεξαν από μια υπόθεση που απαιτούσε όλο και περισσότερους πόρους, πολύ ακριβή, που τα αποτελέσματά της ελάχιστοι μπορούσαν να απολαύσουν, σε ελάχιστες περιπτώσεις. Λογικά, ήταν μια ουτοπική μάχη, καθώς όλο και μεγαλύτερη ιπποδύναμη απαιτούνταν για να ανέβουν ελάχιστα τα χιλιόμετρα. Και που να τα δεις πια αυτά τα νούμερα στο κοντέρ σου; Ούτε καν στις autobahn πια, έχουν και κίνηση και όρια σχεδόν παντού.

 

Επαναπαύτηκαν όμως, είπαν ούφ, γλιτώσαμε απ’ τον μπελά, ας παίξουμε τώρα το παιχνιδάκι της ασφάλειας, είναι ένας καλός τρόπος για να πουλήσουμε περισσότερες μοτοσυκλέτες, αφού θα απευθυνόμαστε πια και σε όλους αυτούς που τις φοβόντουσαν. Αμ δε! Μόλις έφυγε αυτό το στοιχείο του κυνηγιού της τελικής, που ήταν άλλωστε εντελώς παράνομο στο 99,99% των δρόμων του πλανήτη, οι πωλήσεις δεν αυξανόντουσαν πια, αλλά άρχισαν να κάνουν μια σταθερή βουτιά: Είχαν ξεχάσει να αντικαταστήσουν τις τελικές με κάτι άλλο, πιο χειροπιαστό, πιο άμεσο, κάτι που την εμπειρία του θα μπορούσε να την έχει ο καθένας, καθημερινά.  Ήλπιζαν, για πολλά χρόνια, πως την μαγεία της παρανομίας και του κυνηγιού των τελικών στους ανοιχτούς δρόμους θα αντικαθιστούσε η οδήγηση στις πίστες, οπότε έριξαν το βάρος εκεί. Όμως, η οδήγηση σε πίστα δεν είναι κάτι που μπορείς να κάνεις κάθε μέρα, έχει πρόσθετα έξοδα, κι επιπλέον απαιτεί αυξημένες οδηγικές ικανότητες γιατί τα χρονόμετρα, όπως και οι υπόλοιποι που γυρνάνε στην πίστα, ξέρουν πολύ καλά ποιος πάει γρήγορα και ποιος όχι. Το βάρος, σ’ αυτή την περίπτωση, η ευθύνη αν θέλετε, μετατοπίζεται έτσι από την μοτοσυκλέτα στον αναβάτη. Δεν μπορείς να έχεις "την πιο γρήγορη", γιατί στην πίστα η πιο γρήγορη είναι αυτή που ο αναβάτης της την πάει γρήγορα. Τζίφος. Κανείς δεν θέλει να του θυμίζουν πως εκείνος φταίει, πως θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο.  Η αίσθηση όμως, ααα, η αίσθηση δεν είναι κάτι μετρήσιμο. Μπορούμε να φανταστούμε κάποιον στην Kawasaki να προσπαθεί να βρει μια νέα κατεύθυνση, αφού αυτή της τελικής είχε κλείσει προ πολλού, και να τρίβει το πιγούνι του πριν αναφωνήσει "Χάι! Αξελερέισον! Χόρσ-πάουερ!". Αλλά φυσικά δεν έγινε έτσι. Καιρό το μελέταγε η Kawasaki το θέμα κομπρέσορας, κι είχαν βγει κάτι φήμες πως θα τον έβαζε σε ΖΖ-R 1400, γιατί κανείς δεν φανταζόταν πως η Kawasaki – μοτοσυκλέτες θα έβαζε όλη την Kawasaki – Heavy Industries να δουλεύει νύχτα μέρα, για να φτιάξει το απόσταγμα της τεχνολογίας της. Οι περισσότεροι από τους μηχανολόγους των άλλων τμημάτων δεν θα είχαν ποτέ ασχοληθεί με τόσο μικρά και λεπτά ζητήματα. Ο κύριος κινητήρες jet δεν είχε σκεφτεί ποτέ πως θα μπορούσαν να φτιαχτούν τόσο μικρά πτερυγιάκια κι ο κύριος πενταόρωφοι 18κύλινδροι κινητήρες πλοίων δεν φανταζόταν πως θα ασχοληθεί με φαινόμενα προανάφλεξης σε κάτι κυλινδράκια σαν κουτάκια αναψυκτικού.

 

Δεν έχει σημασία αν η H2R γίνει εμπορική επιτυχία ή όχι. Φυσικά καλό θα ήταν για την Kawasaki, κι είμαι σίγουρος πως οι ευθείες των dragster θα στενάξουν, όπως και κάθε μορφής ευθεία. Πριν ακόμη όμως πουληθεί έστω και μία, η H2R έχει ήδη την μεγαλύτερη επιτυχία και αντίκτυπο. Το σημαντικό είναι πως η Kawasaki τόλμησε να ταράξει τα στάσιμα νερά, να ανοίξει το δρόμο σε μοτοσυκλέτες συναρπαστικές, σε πιθανότητες ατελείωτες, να ξυπνήσει και τους άλλους κατασκευαστές και να τολμήσουν κι εκείνοι να εξερευνήσουν νέους δρόμους, σε κάθε κατηγορία. Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια, κι η Kawasaki τρελή δεν είναι, ούτε μικρή, κι όμως, μας θύμισε την αλήθεια, πως μοτοσυκλέτα χωρίς τρέλα και πάθος δεν έχει νόημα, μόνο με ορθολογισμό δεν έχει ψυχή. Οι μύθοι δεν δημιουργούνται από μοτοσυκλέτες που "χρειάζεσαι", αλλά από μοτοσυκλέτες που επιθυμείς σαν τρελός, που στοιχειώνουν τα όνειρά σου. Άλλωστε, όταν ευχόμαστε σε κάποιον, δεν του λέμε "ό,τι χρειάζεσαι", "ό,τι επιθυμείς" του λέμε.