Editorial 636 - Κάπου τώρα στα κοντά θα χρειαστεί να πει η FIM: “so be it”

Από το

motomag

1/11/2022

Στα μέσα του μήνα η επιτροπή των Superbike της FIM, μέρος της οποίας είναι ο Gregorio LAVILLA Executive Director της Dorna για το WorldSBK, ανακοίνωσε πως θα αναθεωρήσει το όριο πώλησης των μοτοσυκλετών παραγωγής για το 2023 πάνω στις οποίες θα βασίζονται και οι αγωνιστικές μοτοσυκλέτες. Με λίγα λόγια τα superbike μοντέλα που θα παράγονται σε λίγα κομμάτια για να μπορεί μία αγωνιστική μοτοσυκλέτα να κατέβει στο WSBK θα μπορούν πλέον να κοστίζουν περισσότερο. Για να παραμείνουν τα WSBK ένα γήινο άθλημα, βασισμένα σε μοτοσυκλέτες που μπορούν να αποκτηθούν από τον απλό πολίτη και να ταυτίζεται έτσι με το άθλημα λίγο περισσότερο από αυτό που κάνει στα MotoGP, υπήρχε και πρέπει να υπάρχει, ένα όριο λιανικής τιμής πώλησης στις μοτοσυκλέτες παραγωγής, πάνω στις οποίες βασίζονται οι αγωνιστικές. Αυτό δεν σημαίνει πως οι αγωνιστικές μοτοσυκλέτες είναι φτηνές, κάθε άλλο, είναι πανάκριβες, αλλά πως η βάση τους κοστίζει έως 40.000 Ευρώ. Επίσης αυτό δεν σημαίνει πως μπορείς να αποφύγεις εκείνους που βλέπουν MotoGP και σκέφτονται σιγά μωρέ, είναι μερικά δευτερόλεπτα κάτω από εμένα, άρα κοντά σε εμένα και να θεωρούν πως ταυτίζονται και με τους καλύτερους αναβάτες του κόσμου. Εδώ δεν μπορείς να αποφύγεις εκείνους που μιλάνε με οπαδικά κριτήρια και υποστηρίζουν αναβάτες συγκεκριμένους, αλλά θα ξεφύγουμε από την ουσία αν πάμε να αναλύσουμε τις παθογένειες από την πλευρά των θεατών. Είναι πολλές.

Το όριο κόστους έχει ένα νόημα και μάλιστα είναι ήδη πολύ υψηλό, θα μπορούσε να είναι πολύ πιο κάτω, όπως και ήταν πολύ πιο κάτω. Η ανακοίνωση της FIM εξηγεί πως η απόφαση αυτή πάρθηκε γιατί όλα γύρω μας έχουν ακριβύνει, το κόστος των μοτοσυκλετών έχει ακριβύνει και πρέπει τα όρια να αυξηθούν. Μαντέψτε ποια μοτοσυκλέτα ήταν μέχρι τώρα πολύ κοντά στο όριο, η Panigale V4R που κόστιζε λίγο πιο κάτω από αυτό που ίσχυε έως τώρα.

Η συνάντηση της επιτροπής έλαβε μέρος στο Portimao στις 6 και 8 Οκτωβρίου 2022 και η ανακοίνωσή τους βγήκε στις 17/10/2022, λίγες ημέρες πριν από την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές. Στις 7 Οκτωβρίου ήταν προγραμματισμένη μία παγκόσμια πρεμιέρα μοντέλου από την Ducati με βάση το πρόγραμμα που η ίδια ανακοίνωσε στις 30 Αυγούστου 2022! Η 7η Οκτωβρίου ήταν κρατημένη με τον τίτλο “This is Racing” και αυτό εύλογα μας έκανε να περιμένουμε μία νέα V4R. Στις 6 Οκτωβρίου, μία ημέρα πριν, η Ducati ανακοινώνει πως εξαιτίας οργανωτικών αιτιών θα πρέπει να αναβάλει την παρουσίαση για τις 14 του μήνα, μόλις έξι ημέρες πριν από την επόμενη στις 20 που ήταν δεσμευμένη με τον τίτλο “Push Forward” κι αποδείχτηκε πως ήταν το Streetfighter V4. Πράγματι αυτή που θα βλέπαμε στις 7 αλλά τελικά είδαμε στις 14, ήταν η νέα V4R με στόχο να είναι το εισιτήριο της Ducati στα WSBK. Η τιμή που ανακοίνωσε η Ducati για την μοτοσυκλέτα που θα ομολογκάριζε την αγωνιστική της για την επόμενη σεζόν ήταν €43.990, δηλαδή 3.990 Ευρώ πάνω από το όριο.

Αν δεν το έχω κάνει απόλυτα ξεκάθαρο μέχρι τώρα, θα σας το γράψω με λόγια: Προφανώς η Ducati ήξερε πως θα αλλάξει το όριο και μάλιστα ξέρει και ποιο όριο είναι αυτό, ενώ η FIM δεν το έχει ανακοινώσει ακόμη, αλλιώς δεν θα μπορούσαν οι Ιταλοί να είναι σίγουροι πως μπορούν να ανακοινώσουν με την σειρά τους την τιμή και να δεχτούν και παραγγελίες! Για το ξεκάρφωμα μπορεί το νέο όριο να είναι πολύ μεγαλύτερο, να μην γίνει δηλαδή €45.000 φανερώνοντας με ακόμη ένα τρόπο πως είναι μία φωτογραφική διάταξη όμως σε κάθε περίπτωση η χρονική σειρά των πραγμάτων δεν μπορεί να αλλάξει.

Στο μεταξύ είναι και μία περίεργη συγκυρία αυτή, με δεδομένο πως λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία του τεύχους η Ducati θα έχει πάρει τον τίτλο στα MotoGP, εκτός κι αν πέσει μετεωρίτης στον Bagnaia και ο ίδιος μετεωρίτης εκτοξεύσει τον Quartararo πρώτο, πάνω από ένα στρατό Ducati. Έχω βαρεθεί να διαβάζω για "οδηγίες Ducati” και διάφορες θεωρίες, όταν είναι ξεκάθαρο το τι έχει συμβεί τουλάχιστον μέχρι αυτή την στιγμή της αναθεώρησης του κειμένου μετά τον τελευταίο αγώνα στην έξοδο για το τυπογραφείο. Θεωρώ πως την πάσα αλήθεια την έχει πει ο Zarco που χοντρικά θα το συνοψίσω στο "μη προσπερνάτε τον Bagnaia εκτός κι αν πηγαίνετε για νίκη". Όσο πλησιάζουμε στο τέλος τόσο λιγότερο ισχύει και το "εκτός". Όπως παραλίγο να δούμε για τον Bastianini στον προτελευταίο αγώνα, αν ο Bezzecchi είχε περάσει τον Quartararo. Τότε θα έφευγε το μήνυμα και εκείνος είμαι βέβαιος πως θα έδινε την θέση του τελείως εξόφθαλμα να το δει όλος ο κόσμος και όχι συγκεκαλυμμένα και στο περίπου. Είναι τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα χωρίς άλλες θεωρείες. Η αρχική μας όμως ιστορία αφήνει το θέμα της συνεννόησης Dorna – Ducati ανοικτό, κι αυτό επίσης δεν αλλάζει. Όπως δεν αλλάζει το γεγονός πως πίσω στο 2012 η Honda απείλησε πως θα φύγει από τα MotoGP αν η Dorna επιβάλλει ενιαία ECU, σαν της Moto3. Το θυμάστε αυτό; Ήταν ο καλύτερος πελάτης τότε η Honda και η κάθε αλλαγή περνούσε από αυτή. Η Dorna το πήρε αμέσως πίσω για χάρη της Honda που στο μεταξύ πήρε μαζί της και την Yamaha. Τελικά η ενιαία ECU ήρθε το 2016, προηγήθηκε η κίνηση της Ducati που υποστήριζε την ενιαία ECU για “open class” αν και η απόφαση των Ιαπώνων δεν στηρίχτηκε μόνο σε πιέσεις προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση αλλά και στην εξέλιξη της τεχνολογίας. Στο τέλος η ενιαία ECU ήταν μία καλή κίνηση προς το συμφέρον των αγώνων. Το συμπέρασμα είναι άλλο, ο καλός πελάτης κάνει κουμάντο, κάποτε η Honda, τώρα η Ducati. Και ο καλός πελάτης είναι εκείνος που ξοδεύει. Σε μαγαζιά λιανικής αυτό είναι αποδεκτό, για τον καλό πελάτη στρώνεις κόκκινο χαλί, όταν όμως είσαι αρχή ενός σπορ, οφείλεις να τραβήξεις κόκκινη γραμμή σε κάποιο σημείο. Κι αν χρειαστεί να πετάξεις τον "καλό πελάτη" από το μαγαζί με τις κλωτσιές και να χάσετε και οι δύο, “so be it” που λένε και οι Αμερικάνοι - το business ethics των οποίων έχει κι ορισμένα καλά σημεία…

editorial 537 - Τι ονειρεύεσαι;

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

31/7/2014

Είναι περίεργο που ένα ταξίδι το ονειρεύομαι πιο πολύ μετά παρά πριν; Ίσως γιατί μ’ ένα ταξίδι σου ανοίγει η όρεξη και για άλλα, ίσως γιατί μια εικόνα μόνο από το ταξίδι μπορεί να σου δώσει την αφορμή για πολλά ακόμα, όνειρα ή ταξίδια. Η εξόρμησή μας στην Ροδόπη, πίσω από τα σύνορα, έδωσε πλήθος τέτοιες εικόνες, έλυσε πολλές απορίες και δημιούργησε ακόμα περισσότερα όνειρα.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 εξερευνούσαμε με τους Λαρισαίους φίλους τα μέρη της "δικής μας" Ροδόπης. Ζόρικα τότε τα πράγματα, τα σύνορα σοβαρή υπόθεση, ο στρατός παντού, περιοχές ολόκληρες αποκλεισμένες. Για να μπεις στα Πομακοχώρια, πάνω από την Ξάνθη, χρειαζόταν έγγραφη άδεια από την ασφάλεια της πόλης σου, στην οποία αναφερόταν τα πάντα, από τα οχήματα έως και τα άτομα της παρέας. Στρατιωτικό φυλάκιο με μπάρα, στον κεντρικό δρόμο, τσεκάριζε τόσο τους τουρίστες όσο και τους ντόπιους, που ζούσαν σε ελεγχόμενη περιοχή, χωρίς ελεύθερη διακίνηση. Δεν γνωρίζω να υπήρχε αυτό το καθεστώς πουθενά αλλού στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι συνεσταλμένοι, πάντα ευγενικοί, τα χωριά πεντακάθαρα, στις βρύσες πάντα κύπελλο για να πίνει αυτή η φιγούρα που μάλλον έχει εκλείψει πια, ο διαβάτης. Άλλος κόσμος.

Επειδή όμως πάντα μας τραβούσαν τα κενά του χάρτη, κολλήσαμε στην περιοχή που χοντρικά εκτείνεται από το Κάτω Νευροκόπι ως τα Πομακοχώρια, σ’ αυτά τα ατέλειωτα δάση της Ροδόπης με τα μυθικά ονόματα Καράντερε, Ζαγκραντένια, Λεπίδα, Τσάκαλος, Μπαρτάκοβα... Τα εξερευνήσαμε βήμα βήμα και ροδιά ροδιά, χωνόμασταν σε κάθε δρόμο όσο παρατημένος κι αν ήταν, μέχρι που βγαίναμε κάπου ή αναγκαζόμασταν να γυρίσουμε πίσω. Τότε, τα μηχανάκια της παρέας δεν θα μπορούσαν να είναι πιο ετερόκλητα... Από Χουσκβάρνες Βέ Αρ τετρακόσα και Ταφ Έψιλον πέντε-δέκα, μέχρι Ιξάρ ιξακουσάρ για μένα, ως Μοντέζες Ήτα Εφτά δυόμισι και τρία-εξήντα, αλλά και Ιξιλάρ ένα-εικοσπέντε και Καέλ δυόμισι και Μεζέ Ιτιζέντ εκατό πενήντα, αλλά και Ιξελές πεντακόσια... Τέτοια τρέλα μας είχε πιάσει με το Καράντερε, που μια φορά ξεκίνησα δικάβαλος με δίχρονο Cagiva 125 Cruiser από Αθήνα, φορτωμένο με τα πάντα...

Εκεί πάνω μάθαμε πως όταν τα δρομάκια που καταλήγουν σε μικρό πλάτωμα "αναστροφής", τα σύνορα ήταν πάντα κοντά. Από το Ε/Φ Τσάκαλος, τότε που είχε ακόμα φαντάρους, πριν το αφήσουν να ρημάξει αντί να γίνει καταφύγιο ή κάτι χρήσιμο, βλέπαμε τις υπερυψωμένες σκοπιές των Βουλγάρων, κι αναρωτιόμασταν πως να είναι από την άλλη μεριά. Σύντομα αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε πως τα σύνορα, παρά το χαντάκι και τα άσπρα κολωνάκια, ήταν απλά διακοσμητικά. Πώς να ελέγξεις τόσα βουνά, τόσα περάσματα; Βρίσκαμε μονοπάτια που ξεκινούσαν από το "Ελληνικό" και περνούσαν ακάθεκτα στο "Βουλγάρικο", όπως έκαναν χιλιάδες χρόνια τώρα. Συναντούσαμε τύπους που έξαλλοι μας απειλούσαν με καραμπίνες, γιατί φοβόντουσαν μήπως τους χαλάσουμε τις βρωμοδουλειές και τα λαθρεμπόριά τους... Βρίσκαμε καλύβες σε ξέφωτα κοντά στα σύνορα, με επιγραφές στα Βουλγάρικα στους τοίχους τους και τσοντοεφημερίδες στα κυριλλικά πεταμένες στο πάτωμά τους... Πετυχαίναμε Βούλγαρους φαντάρους να κόβουν βόλτες στο ελληνικό έδαφος, κι ακούγαμε ιστορίες για δεσμούς μεταξύ των πληθυσμών που κρατούσαν από πριν τα κλειστά σύνορα, από τότε που οι Σαρακατσαναίοι βόσκαγαν όλη την περιοχή και μετακινούνταν ελεύθερα και στις δύο χώρες. Αλλά ήρθε ο πόλεμος και μετά τον πόλεμο ήρθαν οι κολεκτίβες, και μια μέρα, αρχές δεκαετίας του ’50 φθινόπωρο, όπως κατέβαιναν οι Σαρακατσαναίοι τα βουνά, ο Βουλγάρικος στρατός είχε μπλοκάρει τα περάσματα, τα καμιόνια έτοιμα, τα πρόβατα φορτώθηκαν όλα εκτός από πέντε για κάθε οικογένεια, η κάθοδος στην Ελλάδα απαγορεύτηκε. Τα σκυλιά, λένε οι ιστορίες, γύρισαν μόνα τους στα χειμαδιά.

 

Οι άνθρωποι σπάνιζαν εκεί πάνω, μόνο κάποιους δασεργάτες συναντούσαμε, αλλά από ζώα άλλο καλό. Ελάφια ακούγαμε, ζαρκάδια βλέπαμε, αετούς, αγριόγατους, ίχνη και σκατούλες από αρκούδες, τα πάντα όλα. Τα χωριά όμως που κάποτε υπήρχαν εκεί πάνω, σήμερα είναι μόνο κάτι σωροί από πέτρες, κάτι μάντρες, κάτι γεφύρια, ένα μονοπάτι. Κι όταν επιτέλους πέρασα τα σύνορα για να δω και την άλλη μεριά για πρώτη φορά, ήταν Φεβρουάριος κι είχε δυό μέτρα χιόνι, αλλά τα χωριά ήταν όλα ζωντανά, γεμάτα κόσμο, οι δρόμοι ανοιχτοί, χωριά στα 1350 μέτρα υψόμετρο κι ακόμα ψηλότερα, ξέρετε, από αυτά που στην Ελλάδα εγκαταλείπονται το χειμώνα από τους λιγοστούς κατοίκους τους.

Σήμερα που τα ταξίδια είναι πιο εύκολα και τα σύνορα πιο προσιτά, αφού Βουλγαρία πηγαίνεις μόνο με ταυτότητα και δεν υπάρχει πια το άγχος της φύλαξης των παραμεθόριων περιοχών από "κατασκόπους", μπορούμε να περιπλανηθούμε πίσω από τα σύνορα και να δούμε πώς μια γραμμή στο χάρτη αλλάζει τη ζωή των ανθρώπων. Είναι χαρακτηριστικό πως μέχρι το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα υπήρχαν πάρα πολλές διαβάσεις μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, όσο οι μετακινήσεις γινόταν με τα πόδια, κι όσο τα καραβάνια με τα αλογομούλαρα και τις καμήλες μετέφεραν εμπορεύματα. Ο πόλεμος τα άλλαξε όλα αυτά, τα ορεινά περάσματα επίσημα έκλεισαν, οι αμαξιτοί δρόμοι βλέπετε ελέγχονταν πολύ πιο εύκολα, τα καθεστώτα ήταν ενάντια στην επαφή και την διακίνηση, ανθρώπων, εμπορευμάτων, ιδεών...

Ένα πράγμα που ζήλεψα, απ’ αυτά που είδα στο ταξίδι μας, ήταν τα εκατοντάδες χιλιόμετρα σηματοδοτημένων μονοπατιών, που συνεχίζουν να θυμίζουν πως ήταν και πως είναι ακόμα, για όσους θέλουν να μετακινούνται με φυσικό τρόπο, οι δρόμοι σε ανθρώπινο μέτρο. Είσαι ας πούμε στο Smolyan, το παλιό Πασμακλή, και βλέπεις πινακίδες σήμανσης μονοπατιού για Gotse Delchev, το Άνω Νευροκόπι, που σε ευθεία γραμμή είναι 80 χιλιόμετρα μακριά. Όλη την περιοχή που περιηγηθήκαμε την διασχίζουν προς κάθε κατεύθυνση σηματοδοτημένα και μη μονοπάτια, και μερικά ήταν πολύ προκλητικά... Πολύ θα το ήθελα να περπατήσω από χωριό σε χωριό, παράλληλα με τα σύνορα, πολύ θα το ήθελα να κατασκηνώσω με την εντουροπαρέα μου στις όχθες της Siroka Poljana και να χάνομαι κάθε μέρα στα ατέλειωτα δάση. Βλέπαμε τα δρομάκια, βλέπαμε τα μονοπάτια, λίγο θέλαμε να ξεχάσουμε και MEGA TEST και φωτογραφήσεις και επιστροφή στην Αθήνα, και να μείνουμε εκεί πάνω παλεύοντας με τα θηρία.

Εντύπωση επίσης μου έκανε πως ΟΛΑ τα παραμεθόρια χωριά είχαν συγκοινωνία, με τα φοβερά βανάκια UAZ-452, που το παρατσούκλι τους λόγω σχήματος είναι "φρατζόλες". Και θεωρώ πολύ πιο οικο-λογική την χρήση του ίδιου τύπου αυτοκινήτου από το 1960 μέχρι σήμερα, με κάποιες λίγες βελτιώσεις. Όπως και οι μοτοσυκλέτες που χρησιμοποιούνται από τότε στα βουλγάρικα βουνά, οι ΙΖΗ Planeta 350, κι εξακολουθούν να φροντίζουν την μετακίνηση των κατόχων τους. Μπορεί τα UAZ να μην είναι ό,τι πιο σύγχρονο και άνετο και με εικοσιεφτά αερόσακους, αλλά υπάρχουν, εξακολουθούν να δουλεύουν και το κυριότερο, φροντίζουν για την συγκοινωνία των χωριών.

Κάτι άλλο που θα ονειρευόμουν και για την δική μου χώρα, και που ισχύει στην βουλγάρικη μεθόριο, είναι η πανταχού παρούσα δασική της υπηρεσία. Σ’ έναν τόπο με 90% δασοκάλυψη, καταλαβαίνετε πόσο σημαντικό είναι αυτό. Φαίνεται βέβαια, από τα εγκαταλελειμμένα κτίρια στα βουνά, πως κάποτε η δασική τους υπηρεσία ήταν πολυπληθέστερη, αλλά ακόμα κι έτσι είχαν φύλαξη όλων των κεντρικών διασταυρώσεων, όπως και συνεχή παρουσία στους δασικούς δρόμους. Δασικός σταμάτησε, ενώ ήμασταν ήδη κατασκηνωμένοι σε ένα από τα πολλά κιόσκια-camp, και μας σύστησε να ανάβουμε φωτιά μόνο εκεί. Πραγματικά χαρήκαμε που έδειχναν τέτοιο ενδιαφέρον, πουθενά δεν είδαμε καμένα, πουθενά παλιά φωτιά πέρα από τα μέρη που επιτρέπεται. Ευτυχώς, σκεφτόμουν, που δεν μιλάω βουλγάρικα, γιατί, τι θα του έλεγα; Πως τα δάση της Ελλάδας τα έχει ρημάξει η λαθροϋλοτομία, ειδικά τα τελευταία χρόνια; Πως έφευγαν νταλίκες φορτωμένες λαθραία ξυλεία, ακόμα κι από νησιά όπως η κατακαμένη Κεφαλλονιά, και κανείς δεν νοιαζόταν;

 

Έβλεπα τα δικά τους ζωντανά ορεινά χωριά, κι ονειρευόμουν να μπορούσαν να ξαναγίνουν και τα δικά μας έτσι. Η συντριπτική πλειοψηφία των χωριών που είδαμε το καταφέρνουν αυτό χωρίς εισοδήματα από τον τουρισμό. Ένα σημείο κλειδί πρέπει να είναι ότι το κάθε σπίτι έχει τον κήπο του όπου καλλιεργεί τα λαχανικά του, συν κάποια οικόσιτα ζώα. Μπορεί στα δικά μας κυριλέ –τρομάρα μας- μάτια να μοιάζουν φτωχικά, και να είναι, υπάρχει όμως μια μεγάλη αξιοπρέπεια στην μερική, έστω, αυτάρκεια.

Παρατηρούσαμε πως πολλοί έκαναν εξορμήσεις στα δάση και μάζευαν μανιτάρια, βατόμουρα κι άλλα καλά του δάσους, τα οποία μαζί με την περίσσεια των λαχανικών θα συντηρηθούν για να φαγωθούν τον χειμώνα. Αλλά εμείς θέλουμε να είναι όλα αγοραστά, μάρκα τάδε, και επίσημα πια, να τρώμε μόνο μεταλλαγμένα της Monsanto. Ακούστε και τον Πούτιν σχετικά με τα μεταλλαγμένα, και συγκρίνετε τις απόψεις του με αυτές των Ελλήνων πολιτικών.

Θαυμάσαμε τις τεχνητές λίμνες τους, τέσσερις μεγάλες στην περιοχή που επισκεφτήκαμε, κι είδαμε πόσο τις χαίρονται τα Σαββατοκύριακα οι κάτοικοι των γύρω περιοχών. Κατασκηνώνουν στις όχθες τους, κάνουν καγιάκ, βόλτες με τις βάρκες τους, ρίχνουν κι ένα ξεγυρισμένο ψάρεμα για το φαγητό τους. Στις δικές μας, τα πάντα απαγορεύονται, γιατί δεν ανήκουν φαίνεται στο ελληνικό κράτος, αλλά στη ΔΕΗ ή κι εγώ δεν ξέρω σε ποιόν.

Ονειρεύομαι να μπορούσα να τριγυρίζω εκεί στην Ροδόπη πίσω απ’ τα σύνορα για μήνες, χρόνια... Με τα πόδια, με εντούρο, με on-off, με αυτοκίνητο, με UAZ και IZH και με τα κάρα των τσιγγάνων που συναντήσαμε. Να περπατήσω πάλι τα ξεχασμένα ορεινά περάσματα που ένωναν κάποτε τους τόπους, όταν δεν τους χώριζαν τα σύνορα και οι "αγορές", όπως το κάνουν σήμερα. Να μπορούσα να καταλάβω πως έχουν βιώσει αυτοί οι άνθρωποι τις δεκαετίες που πέρασαν, να καταλάβω γιατί αυτή η γιαγιά στη Mugla είχε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον να μας δείξει από που πάει το μονοπάτι για Trigrad, αυτό που περνάει από τα τσαΐρια με τις λιμνούλες, ψηλά στο βουνό. Να ζήσω για λίγο στο Trigrad, να βγω εντουράδα με τους ντόπιους, να καταλάβω και τι σημαίνει γι’ αυτούς ένα τζαμί και μια εκκλησία δίπλα δίπλα. Να μάθω την καταγωγή των κατοίκων του Gela, που δηλώνει γενέτειρα του Ορφέα, και που οι φωτογραφίες τους έξω από την Αγία Τριάδα θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι παλιές από τα δικά μας Βλαχοχώρια. Για να είναι από δω, ο Ορφέας μάλλον τσομπάνος θα ήταν, και θα έπαιζε την μουσική του όσο έβοσκε τα γελάδια του. Ή ξυλοκόπος, γιατί τι άλλο να κάνει κανείς εδώ; Ίσως κάποιες τέχνες που τώρα πια έχουν ξεχαστεί.

 

Τι καλύτερο; Λίγο λίγο τα όνειρά σου να γίνονται ταξίδια, βόλτες, παρέες, τοπία, άνθρωποι με τους οποίους δεν έχεις κοινή γλώσσα, αλλά εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε, κάπως την βρίσκεις την άκρη, αυτή την άκρη των αόρατων νημάτων που συνδέουν όλους τους Βαλκάνιους. Γειτονιά μας είναι, κι η μοτοσυκλέτα είναι ακόμα ένας τρόπος για να την γνωρίσουμε, και να κάνουμε ακόμα περισσότερα όνειρα πίνοντας με την παρέα μας μπύρα Kamenitza, σε κάποιο φιλόξενο κιόσκι της Ροδόπης. Και κάπου εκεί ίσως καταλάβουμε πως όταν ένας καβαλάρης με την μοτοσυκλέτα του συναντιέται στα οροπέδια του Sveti Petar με έναν καβαλάρη τσιγγάνο και χαιρετιούνται, έχουν περισσότερα κοινά να τους ενώνουν, παρά διαφορές που τους χωρίζουν.