Editorial 570 - Επιτέλους, έκθεση!

Από το

motomag

1/5/2017

Μας είχε λείψει.  Έκθεση μοτοσυκλέτας είχε να γίνει από το 2008, καθόλου τυχαία. Τους λόγους τους νιώθουμε ακόμα όλοι, και δεν ξέρουμε για πόσο. Όμως, η έκθεση μοτοσυκλέτας του 2017 μας γέμισε αισιοδοξία με την επιτυχία της. Ο χώρος εξαιρετικός για το μέγεθος της έκθεσης, τα περίπτερα των εκθετών κι αυτά άψογα και τα περισσότερα καλύτερα απ’ ότι θα περίμενε κανείς τέτοιους καιρούς, δίνοντας έναν Ευρωπαϊκό αέρα. Το σημαντικότερο όμως ήσασταν όλοι εσείς που ήρθατε, και όχι μόνο γιατί ήσασταν πολλοί. Πριν ακόμα ανοίξουν για το κοινό οι πόρτες, απέξω υπήρχε ουρά, κατάσταση που συνεχίστηκε όλες τις μέρες της λειτουργίας της. Το Σαββατοκύριακο, η ουρά στην είσοδο ήταν πολλές φορές μεγάλη, αλλά πολύ τακτική – λες και περίμεναν τίποτα Σουηδοί απέξω για να μπουν. Το πάθος όμως ξεχείλιζε και δεν ήταν καθόλου Σουηδικό, αλλά πολύ πολύ Ελληνικό!  Όλοι μας διψούσαμε για κάτι τέτοιο, όλοι περιμέναμε να δούμε από κοντά μαζεμένα όλα τα νέα μοντέλα του ’17, να βρεθούμε μεταξύ μας, ν’ ανέβουμε πάνω τους για να κάνουμε βρουμ-βρουμ, ν’ αφήσουμε την φαντασία μας ελεύθερη, να ενημερωθούμε, να χορτάσουμε μοτοσυκλέτα. Φυσικά και το ΜΟΤΟ ήταν εκεί, έχοντας αναλάβει και τα test ride της έκθεσης, ούτε δυό βδομάδες πριν το μεγάλο TEST RIDE EVENT του ΜΟΤΟ στα Μέγαρα, στις 6 και 7 Μαΐου.

 

Σημαντικό ήταν το γεγονός της σύστασης Κλάδου Εισαγωγέων Δικύκλου στον ΣΕΑΑ, τον Σύνδεσμο Εισαγωγέων Αντιπροσώπων Αυτοκινήτου, που έγινε τον Απρίλιο, και που έπαιξε καθοριστικό ρόλο και στην απόφαση διοργάνωσης της έκθεσης. Η επωνυμία του συνδέσμου θα αλλάξει κι αυτή σε “Σύνδεσμος Εισαγωγέων Αντιπροσώπων Αυτοκινήτων και Δικύκλων”, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή για την μοτοσυκλέτα στην Ελλάδα. Μπορεί κάποιοι να θεωρούν αυτονόητο πως μέχρι τώρα οι αντιπρόσωποι των εταιριών μοτοσυκλέτα κάθονταν σε ένα τραπέζι και “τα έβρισκαν”, εργαζόμενοι για το κοινό καλό, αλλά δεν συνέβαινε καθόλου κάτι τέτοιο. Με πρώτο δείγμα την έκθεση του 2017, μια διοργάνωση που ανέλαβε η Albatross Event Organizing του Κώστα Λαμάρη,  ο Κλάδος Εισαγωγέων Δικύκλου ξεκινά καλά κι έχει μεγάλο έργο μπροστά του. Πρώτος πρόεδρος του ΚΕΔ ανέλαβε ο Σωτήρης Χατζίκος, Διευθύνων Σύμβουλος της Μοτοδυναμική ΑΕΕ,

αντιπρόεδρος ο Άκης Στυλιανίδης, Γενικός Διευθυντής της ΤΕΟΜΟΤΟ ΑΕ, γενικός γραμματέας ο Φώτης Δράκος, Διευθύνων Σύμβουλος της Piaggio Ελλάς ΑΕ και αναπληρωματικό μέλος ο Σόλων Κοντός, Chief Sales Officer της KTM South East Europe ΑΕ. Μαθαίνουμε πως μια από τις πρώτες επιδιώξεις του ΚΕΔ θα είναι και η δυνατότητα για τους κατόχους διπλώματος αυτοκινήτου να οδηγούν μοτοσυκλέτα ως 125cc. Τους ευχόμαστε κάθε επιτυχία.

 

Με την μνήμη των περισσότερων να φτάνει μέχρι το “είχε πολλά χρόνια να γίνει έκθεση”, φαίνεται πως χρειάζεται να την φρεσκάρουμε λίγο, για να θυμόμαστε την ιστορία των εκθέσεων μοτοσυκλέτας στην Ελλάδα. Υπό την αιγίδα του ΣΕΑΑ είχαν διοργανωθεί εκθέσεις από το 2003 ως το 2008, με την εξαίρεση του 2005. Η δειλή αρχή όμως είχε γίνει στο 6ο Σαλόνι Αυτοκινήτου το 1988, από λίγες εταιρίες (Aprilia, Ducati, Cagiva, Benelli, MZ, Simson, Tomos και… Bimota), με το ΜΟΤΟ να έχει κι αυτό ένα μικρό περίπτερο. Την επόμενη χρονιά όμως, το 1989, το Σαλόνι Αυτοκινήτου αναβλήθηκε, και χωρίς καθόλου ώριμη σκέψη ή οικονομικό πλάνο, δανειζόμενοι τέσσερις φορές παραπάνω χρήματα από αυτά που είχαμε, με χρονικό περιθώριο λιγότερο από τρεις μήνες, αποφασίσαμε να διοργανώσουμε το 1ο Show Μοτοσυκλέτας στον ΟΛΠ του Πειραιά, χωρίς να έχουμε ιδέα πως γίνεται κάτι τέτοιο. Μέχρι τότε, εκτός από την συμμετοχή των εταιριών που αναφέραμε στο Σαλόνι Αυτοκινήτου, και παρουσιάσεις των μοντέλων της που οργάνωνε η Yamaha στο Ζάππειο, έκθεση μοτοσυκλέτας δεν είχε διοργανωθεί στην Ελλάδα. Το 1ο Show Μοτοσυκλέτας του ΜΟΤΟ είχε διάρκεια εννέα ημέρες και το επισκέφθηκαν πάνω από 45.000 θεατές που είδαν όλα τα νέα μοντέλα του 1989. Τα αστέρια της έκθεσης τότε ήταν το Honda VFR750R RC30 και το Suzuki GSX-R 1100 Slingshot! Όπως γράφαμε τότε, μπορεί να μην ήταν Μιλάνο ή Κολωνία, αλλά δεν ήταν και Τίρανα ή Λάγκος. Μέχρι και δώρο είχε, με τον τυχερό επισκέπτη να κερδίζει ένα Honda MVX250, εκείνο το ασσύμετρο υγρόψυκτο τρικύλινδρο. Όλοι οι φορείς του χώρου εκπροσωπούνταν, από τις λέσχες και τα επαγγελματικά σωματεία ως την… τροχαία και τις πολιτικές νεολαίες! Το βασικό ήταν ότι περάσαμε όλοι καλά, δεν καταστραφήκαμε οικονομικά, κι έτσι επιβιώσαμε και μπορέσαμε να κάνουμε και το 2ο Show Μοτοσυκλέτας την επόμενη χρονιά, το 1990, σαφώς αναβαθμισμένο. Ακόμα καλύτερο ήταν το 3ο Show Mοτοσυκλέτας το 1991, μια κορυφαία σφαιρική εκδήλωση για την μοτοσυκλέτα. Φτάσαμε αισίως μέχρι το 5ο Show, το 1993, αλλά το έκτο δεν έγινε ποτέ. Με την φράση “Κάθε αγορά μοτοσυκλέτας έχει την προβολή που της ταιριάζει”, μιλούσαμε τότε για τα αίτια. Φανταστείτε πως τότε υπήρχαν εταιρίες μοτοσυκλέτας με εντελώς δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, με στελέχη που δεν επισκέπτονταν καν την έκθεση για να δουν το περίπτερο της εταιρίας τους… Το παλέψαμε, αλλά ο συνδυασμός της ποιότητας που θέλαμε εμείς, και με 40% μικρότερο κόστος για τις εταιρίες, συνάντησε αρνητική αντιμετώπιση, κι ένα κεφάλαιο της ιστορίας του ΜΟΤΟ και της μοτοσυκλέτας στην Ελλάδα, έκλεισε.

 

Μετά το 1ου Show Moτοσυκλέτας το 1989, θεωρούσαμε ως μεγαλύτερη επιτυχία (προφανώς μετά το ότι δεν χρεοκοπήσαμε…) ότι η μοτοσυκλέτα πέρασε στην επικαιρότητα και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αποδεικνύοντας πως “ο κόσμος της μοτοσυκλέτας αποτελεί μια ζωντανή πραγματικότητα που εκφράζεται από δεκάδες χιλιάδες πιστούς φίλους, με οργανωμένους φορείς, με ένα τεράστιο εμπορικό κύκλωμα.” To ίδιο ισχύει και σήμερα, και η ελπίδα είναι πως η Έκθεση Μοτοσυκλέτας του 2017 θα σηματοδοτήσει ένα καλύτερο αύριο για όλους, και για την μοτοσυκλέτα στην Ελλάδα.    

 

ΛΕΖ.

Τεύχος 40, τον Απρίλιο του 1989, με το ρεπορτάζ από το 1ο Show Μοτοσυκλέτας στην Ελλάδα

editorial 537 - Τι ονειρεύεσαι;

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

31/7/2014

Είναι περίεργο που ένα ταξίδι το ονειρεύομαι πιο πολύ μετά παρά πριν; Ίσως γιατί μ’ ένα ταξίδι σου ανοίγει η όρεξη και για άλλα, ίσως γιατί μια εικόνα μόνο από το ταξίδι μπορεί να σου δώσει την αφορμή για πολλά ακόμα, όνειρα ή ταξίδια. Η εξόρμησή μας στην Ροδόπη, πίσω από τα σύνορα, έδωσε πλήθος τέτοιες εικόνες, έλυσε πολλές απορίες και δημιούργησε ακόμα περισσότερα όνειρα.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 εξερευνούσαμε με τους Λαρισαίους φίλους τα μέρη της "δικής μας" Ροδόπης. Ζόρικα τότε τα πράγματα, τα σύνορα σοβαρή υπόθεση, ο στρατός παντού, περιοχές ολόκληρες αποκλεισμένες. Για να μπεις στα Πομακοχώρια, πάνω από την Ξάνθη, χρειαζόταν έγγραφη άδεια από την ασφάλεια της πόλης σου, στην οποία αναφερόταν τα πάντα, από τα οχήματα έως και τα άτομα της παρέας. Στρατιωτικό φυλάκιο με μπάρα, στον κεντρικό δρόμο, τσεκάριζε τόσο τους τουρίστες όσο και τους ντόπιους, που ζούσαν σε ελεγχόμενη περιοχή, χωρίς ελεύθερη διακίνηση. Δεν γνωρίζω να υπήρχε αυτό το καθεστώς πουθενά αλλού στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι συνεσταλμένοι, πάντα ευγενικοί, τα χωριά πεντακάθαρα, στις βρύσες πάντα κύπελλο για να πίνει αυτή η φιγούρα που μάλλον έχει εκλείψει πια, ο διαβάτης. Άλλος κόσμος.

Επειδή όμως πάντα μας τραβούσαν τα κενά του χάρτη, κολλήσαμε στην περιοχή που χοντρικά εκτείνεται από το Κάτω Νευροκόπι ως τα Πομακοχώρια, σ’ αυτά τα ατέλειωτα δάση της Ροδόπης με τα μυθικά ονόματα Καράντερε, Ζαγκραντένια, Λεπίδα, Τσάκαλος, Μπαρτάκοβα... Τα εξερευνήσαμε βήμα βήμα και ροδιά ροδιά, χωνόμασταν σε κάθε δρόμο όσο παρατημένος κι αν ήταν, μέχρι που βγαίναμε κάπου ή αναγκαζόμασταν να γυρίσουμε πίσω. Τότε, τα μηχανάκια της παρέας δεν θα μπορούσαν να είναι πιο ετερόκλητα... Από Χουσκβάρνες Βέ Αρ τετρακόσα και Ταφ Έψιλον πέντε-δέκα, μέχρι Ιξάρ ιξακουσάρ για μένα, ως Μοντέζες Ήτα Εφτά δυόμισι και τρία-εξήντα, αλλά και Ιξιλάρ ένα-εικοσπέντε και Καέλ δυόμισι και Μεζέ Ιτιζέντ εκατό πενήντα, αλλά και Ιξελές πεντακόσια... Τέτοια τρέλα μας είχε πιάσει με το Καράντερε, που μια φορά ξεκίνησα δικάβαλος με δίχρονο Cagiva 125 Cruiser από Αθήνα, φορτωμένο με τα πάντα...

Εκεί πάνω μάθαμε πως όταν τα δρομάκια που καταλήγουν σε μικρό πλάτωμα "αναστροφής", τα σύνορα ήταν πάντα κοντά. Από το Ε/Φ Τσάκαλος, τότε που είχε ακόμα φαντάρους, πριν το αφήσουν να ρημάξει αντί να γίνει καταφύγιο ή κάτι χρήσιμο, βλέπαμε τις υπερυψωμένες σκοπιές των Βουλγάρων, κι αναρωτιόμασταν πως να είναι από την άλλη μεριά. Σύντομα αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε πως τα σύνορα, παρά το χαντάκι και τα άσπρα κολωνάκια, ήταν απλά διακοσμητικά. Πώς να ελέγξεις τόσα βουνά, τόσα περάσματα; Βρίσκαμε μονοπάτια που ξεκινούσαν από το "Ελληνικό" και περνούσαν ακάθεκτα στο "Βουλγάρικο", όπως έκαναν χιλιάδες χρόνια τώρα. Συναντούσαμε τύπους που έξαλλοι μας απειλούσαν με καραμπίνες, γιατί φοβόντουσαν μήπως τους χαλάσουμε τις βρωμοδουλειές και τα λαθρεμπόριά τους... Βρίσκαμε καλύβες σε ξέφωτα κοντά στα σύνορα, με επιγραφές στα Βουλγάρικα στους τοίχους τους και τσοντοεφημερίδες στα κυριλλικά πεταμένες στο πάτωμά τους... Πετυχαίναμε Βούλγαρους φαντάρους να κόβουν βόλτες στο ελληνικό έδαφος, κι ακούγαμε ιστορίες για δεσμούς μεταξύ των πληθυσμών που κρατούσαν από πριν τα κλειστά σύνορα, από τότε που οι Σαρακατσαναίοι βόσκαγαν όλη την περιοχή και μετακινούνταν ελεύθερα και στις δύο χώρες. Αλλά ήρθε ο πόλεμος και μετά τον πόλεμο ήρθαν οι κολεκτίβες, και μια μέρα, αρχές δεκαετίας του ’50 φθινόπωρο, όπως κατέβαιναν οι Σαρακατσαναίοι τα βουνά, ο Βουλγάρικος στρατός είχε μπλοκάρει τα περάσματα, τα καμιόνια έτοιμα, τα πρόβατα φορτώθηκαν όλα εκτός από πέντε για κάθε οικογένεια, η κάθοδος στην Ελλάδα απαγορεύτηκε. Τα σκυλιά, λένε οι ιστορίες, γύρισαν μόνα τους στα χειμαδιά.

 

Οι άνθρωποι σπάνιζαν εκεί πάνω, μόνο κάποιους δασεργάτες συναντούσαμε, αλλά από ζώα άλλο καλό. Ελάφια ακούγαμε, ζαρκάδια βλέπαμε, αετούς, αγριόγατους, ίχνη και σκατούλες από αρκούδες, τα πάντα όλα. Τα χωριά όμως που κάποτε υπήρχαν εκεί πάνω, σήμερα είναι μόνο κάτι σωροί από πέτρες, κάτι μάντρες, κάτι γεφύρια, ένα μονοπάτι. Κι όταν επιτέλους πέρασα τα σύνορα για να δω και την άλλη μεριά για πρώτη φορά, ήταν Φεβρουάριος κι είχε δυό μέτρα χιόνι, αλλά τα χωριά ήταν όλα ζωντανά, γεμάτα κόσμο, οι δρόμοι ανοιχτοί, χωριά στα 1350 μέτρα υψόμετρο κι ακόμα ψηλότερα, ξέρετε, από αυτά που στην Ελλάδα εγκαταλείπονται το χειμώνα από τους λιγοστούς κατοίκους τους.

Σήμερα που τα ταξίδια είναι πιο εύκολα και τα σύνορα πιο προσιτά, αφού Βουλγαρία πηγαίνεις μόνο με ταυτότητα και δεν υπάρχει πια το άγχος της φύλαξης των παραμεθόριων περιοχών από "κατασκόπους", μπορούμε να περιπλανηθούμε πίσω από τα σύνορα και να δούμε πώς μια γραμμή στο χάρτη αλλάζει τη ζωή των ανθρώπων. Είναι χαρακτηριστικό πως μέχρι το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα υπήρχαν πάρα πολλές διαβάσεις μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, όσο οι μετακινήσεις γινόταν με τα πόδια, κι όσο τα καραβάνια με τα αλογομούλαρα και τις καμήλες μετέφεραν εμπορεύματα. Ο πόλεμος τα άλλαξε όλα αυτά, τα ορεινά περάσματα επίσημα έκλεισαν, οι αμαξιτοί δρόμοι βλέπετε ελέγχονταν πολύ πιο εύκολα, τα καθεστώτα ήταν ενάντια στην επαφή και την διακίνηση, ανθρώπων, εμπορευμάτων, ιδεών...

Ένα πράγμα που ζήλεψα, απ’ αυτά που είδα στο ταξίδι μας, ήταν τα εκατοντάδες χιλιόμετρα σηματοδοτημένων μονοπατιών, που συνεχίζουν να θυμίζουν πως ήταν και πως είναι ακόμα, για όσους θέλουν να μετακινούνται με φυσικό τρόπο, οι δρόμοι σε ανθρώπινο μέτρο. Είσαι ας πούμε στο Smolyan, το παλιό Πασμακλή, και βλέπεις πινακίδες σήμανσης μονοπατιού για Gotse Delchev, το Άνω Νευροκόπι, που σε ευθεία γραμμή είναι 80 χιλιόμετρα μακριά. Όλη την περιοχή που περιηγηθήκαμε την διασχίζουν προς κάθε κατεύθυνση σηματοδοτημένα και μη μονοπάτια, και μερικά ήταν πολύ προκλητικά... Πολύ θα το ήθελα να περπατήσω από χωριό σε χωριό, παράλληλα με τα σύνορα, πολύ θα το ήθελα να κατασκηνώσω με την εντουροπαρέα μου στις όχθες της Siroka Poljana και να χάνομαι κάθε μέρα στα ατέλειωτα δάση. Βλέπαμε τα δρομάκια, βλέπαμε τα μονοπάτια, λίγο θέλαμε να ξεχάσουμε και MEGA TEST και φωτογραφήσεις και επιστροφή στην Αθήνα, και να μείνουμε εκεί πάνω παλεύοντας με τα θηρία.

Εντύπωση επίσης μου έκανε πως ΟΛΑ τα παραμεθόρια χωριά είχαν συγκοινωνία, με τα φοβερά βανάκια UAZ-452, που το παρατσούκλι τους λόγω σχήματος είναι "φρατζόλες". Και θεωρώ πολύ πιο οικο-λογική την χρήση του ίδιου τύπου αυτοκινήτου από το 1960 μέχρι σήμερα, με κάποιες λίγες βελτιώσεις. Όπως και οι μοτοσυκλέτες που χρησιμοποιούνται από τότε στα βουλγάρικα βουνά, οι ΙΖΗ Planeta 350, κι εξακολουθούν να φροντίζουν την μετακίνηση των κατόχων τους. Μπορεί τα UAZ να μην είναι ό,τι πιο σύγχρονο και άνετο και με εικοσιεφτά αερόσακους, αλλά υπάρχουν, εξακολουθούν να δουλεύουν και το κυριότερο, φροντίζουν για την συγκοινωνία των χωριών.

Κάτι άλλο που θα ονειρευόμουν και για την δική μου χώρα, και που ισχύει στην βουλγάρικη μεθόριο, είναι η πανταχού παρούσα δασική της υπηρεσία. Σ’ έναν τόπο με 90% δασοκάλυψη, καταλαβαίνετε πόσο σημαντικό είναι αυτό. Φαίνεται βέβαια, από τα εγκαταλελειμμένα κτίρια στα βουνά, πως κάποτε η δασική τους υπηρεσία ήταν πολυπληθέστερη, αλλά ακόμα κι έτσι είχαν φύλαξη όλων των κεντρικών διασταυρώσεων, όπως και συνεχή παρουσία στους δασικούς δρόμους. Δασικός σταμάτησε, ενώ ήμασταν ήδη κατασκηνωμένοι σε ένα από τα πολλά κιόσκια-camp, και μας σύστησε να ανάβουμε φωτιά μόνο εκεί. Πραγματικά χαρήκαμε που έδειχναν τέτοιο ενδιαφέρον, πουθενά δεν είδαμε καμένα, πουθενά παλιά φωτιά πέρα από τα μέρη που επιτρέπεται. Ευτυχώς, σκεφτόμουν, που δεν μιλάω βουλγάρικα, γιατί, τι θα του έλεγα; Πως τα δάση της Ελλάδας τα έχει ρημάξει η λαθροϋλοτομία, ειδικά τα τελευταία χρόνια; Πως έφευγαν νταλίκες φορτωμένες λαθραία ξυλεία, ακόμα κι από νησιά όπως η κατακαμένη Κεφαλλονιά, και κανείς δεν νοιαζόταν;

 

Έβλεπα τα δικά τους ζωντανά ορεινά χωριά, κι ονειρευόμουν να μπορούσαν να ξαναγίνουν και τα δικά μας έτσι. Η συντριπτική πλειοψηφία των χωριών που είδαμε το καταφέρνουν αυτό χωρίς εισοδήματα από τον τουρισμό. Ένα σημείο κλειδί πρέπει να είναι ότι το κάθε σπίτι έχει τον κήπο του όπου καλλιεργεί τα λαχανικά του, συν κάποια οικόσιτα ζώα. Μπορεί στα δικά μας κυριλέ –τρομάρα μας- μάτια να μοιάζουν φτωχικά, και να είναι, υπάρχει όμως μια μεγάλη αξιοπρέπεια στην μερική, έστω, αυτάρκεια.

Παρατηρούσαμε πως πολλοί έκαναν εξορμήσεις στα δάση και μάζευαν μανιτάρια, βατόμουρα κι άλλα καλά του δάσους, τα οποία μαζί με την περίσσεια των λαχανικών θα συντηρηθούν για να φαγωθούν τον χειμώνα. Αλλά εμείς θέλουμε να είναι όλα αγοραστά, μάρκα τάδε, και επίσημα πια, να τρώμε μόνο μεταλλαγμένα της Monsanto. Ακούστε και τον Πούτιν σχετικά με τα μεταλλαγμένα, και συγκρίνετε τις απόψεις του με αυτές των Ελλήνων πολιτικών.

Θαυμάσαμε τις τεχνητές λίμνες τους, τέσσερις μεγάλες στην περιοχή που επισκεφτήκαμε, κι είδαμε πόσο τις χαίρονται τα Σαββατοκύριακα οι κάτοικοι των γύρω περιοχών. Κατασκηνώνουν στις όχθες τους, κάνουν καγιάκ, βόλτες με τις βάρκες τους, ρίχνουν κι ένα ξεγυρισμένο ψάρεμα για το φαγητό τους. Στις δικές μας, τα πάντα απαγορεύονται, γιατί δεν ανήκουν φαίνεται στο ελληνικό κράτος, αλλά στη ΔΕΗ ή κι εγώ δεν ξέρω σε ποιόν.

Ονειρεύομαι να μπορούσα να τριγυρίζω εκεί στην Ροδόπη πίσω απ’ τα σύνορα για μήνες, χρόνια... Με τα πόδια, με εντούρο, με on-off, με αυτοκίνητο, με UAZ και IZH και με τα κάρα των τσιγγάνων που συναντήσαμε. Να περπατήσω πάλι τα ξεχασμένα ορεινά περάσματα που ένωναν κάποτε τους τόπους, όταν δεν τους χώριζαν τα σύνορα και οι "αγορές", όπως το κάνουν σήμερα. Να μπορούσα να καταλάβω πως έχουν βιώσει αυτοί οι άνθρωποι τις δεκαετίες που πέρασαν, να καταλάβω γιατί αυτή η γιαγιά στη Mugla είχε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον να μας δείξει από που πάει το μονοπάτι για Trigrad, αυτό που περνάει από τα τσαΐρια με τις λιμνούλες, ψηλά στο βουνό. Να ζήσω για λίγο στο Trigrad, να βγω εντουράδα με τους ντόπιους, να καταλάβω και τι σημαίνει γι’ αυτούς ένα τζαμί και μια εκκλησία δίπλα δίπλα. Να μάθω την καταγωγή των κατοίκων του Gela, που δηλώνει γενέτειρα του Ορφέα, και που οι φωτογραφίες τους έξω από την Αγία Τριάδα θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι παλιές από τα δικά μας Βλαχοχώρια. Για να είναι από δω, ο Ορφέας μάλλον τσομπάνος θα ήταν, και θα έπαιζε την μουσική του όσο έβοσκε τα γελάδια του. Ή ξυλοκόπος, γιατί τι άλλο να κάνει κανείς εδώ; Ίσως κάποιες τέχνες που τώρα πια έχουν ξεχαστεί.

 

Τι καλύτερο; Λίγο λίγο τα όνειρά σου να γίνονται ταξίδια, βόλτες, παρέες, τοπία, άνθρωποι με τους οποίους δεν έχεις κοινή γλώσσα, αλλά εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε, κάπως την βρίσκεις την άκρη, αυτή την άκρη των αόρατων νημάτων που συνδέουν όλους τους Βαλκάνιους. Γειτονιά μας είναι, κι η μοτοσυκλέτα είναι ακόμα ένας τρόπος για να την γνωρίσουμε, και να κάνουμε ακόμα περισσότερα όνειρα πίνοντας με την παρέα μας μπύρα Kamenitza, σε κάποιο φιλόξενο κιόσκι της Ροδόπης. Και κάπου εκεί ίσως καταλάβουμε πως όταν ένας καβαλάρης με την μοτοσυκλέτα του συναντιέται στα οροπέδια του Sveti Petar με έναν καβαλάρη τσιγγάνο και χαιρετιούνται, έχουν περισσότερα κοινά να τους ενώνουν, παρά διαφορές που τους χωρίζουν.