Editorial 569 - Στο άγνωστο, ζεις.

x
Από το

motomag

1/4/2017

Ή πως, αν δεν δουλεύεις τον εγκέφαλό σου, ατροφεί. Αφορμή για να εξασκήσω λίγο τον δικό μου εγκέφαλο ήταν μια έρευνα του University College London (UCL), που εξέτασε τι συμβαίνει στον εγκέφαλο ανθρώπων που βασίζονται στις οδηγίες του GPS για να κινηθούν, σε σχέση με εκείνους που παρατηρούν, κατανοούν, αξιοποιούν τις πληροφορίες και παίρνουν αποφάσεις για να φτάσουν εκεί που θέλουν. Το συμπέρασμα ήταν πως σε όσους ακολουθούν τις οδηγίες του GPS, αδρανούν τμήματα του εγκεφάλου τους.   

Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν προηγούμενες έρευνες, όπως αυτή του Cornell University, που είχε ως συμπέρασμα πως το GPS κάνει τους ανθρώπους να αγνοούν το περιβάλλον τους και τους απομονώνει απ’ αυτό. Έτσι, φαίνεται πως όχι μόνο το μόνο το μυαλό των ανθρώπων ατροφεί αν βασίζεται σε έτοιμες λύσεις (και δεν βρίσκει τις δικές του), αλλά και επιπλέον της διάσπασης προσοχής απ’ την οποία κινδυνεύουμε όλοι καθημερινά στους δρόμους, όσοι έχουν στραμμένη την προσοχή τους στο GPS είναι αποκομμένοι από το περιβάλλον και το αγνοούν – μην περιμένετε να σας δουν… Υποψιάζομαι πως κάτι ανάλογο παθαίνουν όσοι περνούν ώρες κοιτάζοντας οθόνες, περνώντας ατέλειωτες ώρες στο Facebook ή όπου αλλού, πιστεύοντας ίσως πως συμμετέχουν, πως ζουν…

Η έρευνα αυτή στην ουσία μιλά για το πώς η εξερεύνηση διαμορφώνει και δραστηριοποιεί τον εγκέφαλο, και μαζί του, την ίδια την προσωπικότητα κάθε ανθρώπου. Εκεί, στον μετωπιαίο λοβό, είναι το κέντρο της επεξεργασίας της σκέψης, του σχηματισμού πολύπλοκων κινήσεων και της αλληλουχίας εκτέλεσής τους, το κινητικό κέντρο της ομιλίας, κι άλλα ακόμα πιο σημαντικά, όπως η συνείδηση που έχουμε για τις πράξεις μας, η κρίση μας για τις καθημερινές δραστηριότητες, οι συναισθηματικές μας αντιδράσεις, η γλώσσα που χρησιμοποιούμε και η γνώση του νοήματος των λέξεων που επιλέγουμε, ανάμεσα σε άλλα. Βλάβες στην περιοχή αυτή εμφανίζουν διαταραχές της προσωπικότητας, αδυναμία ανάληψης πρωτοβουλιών, απάθεια, αντικοινωνική συμπεριφορά. Ο ρόλος των μετωπιαίων λοβών είναι καθοριστικός για την επεξεργασία των πληροφοριών, και για την νόηση του ανθρώπου. Για ακόμα μια φορά, βλέπουμε πως συνδέονται η κίνηση, η κρίση και το συναίσθημα, και πως συνδέονται με την αγαπημένη μας δραστηριότητα, την μοτοσυκλέτα.

Η κατασκευή νοητών χαρτών γίνεται στην μορφή δέντρων, με τον κορμό να αντιπροσωπεύει το σημείο εκκίνησης και τις διακλαδώσεις όλων των κλαδιών, μέχρι το τελευταίο φυλλαράκι, τις πιθανές επιλογές. Κάθε επιλογή, δεξιά ή αριστερά ή ευθεία ή πίσω, ενεργοποιεί αυτόματα μια διαδικασία σκέψης που περιλαμβάνει όλες τις επόμενες, και οι διαδοχικές επιλογές θα μας φτάσουν κάποια στιγμή στον προορισμό μας – ή και όχι. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως η ίδια η πορεία είναι μέρος της ζωής μας και της ύπαρξής μας. Στέρησέ τη από τους ανθρώπους, βάλτους δηλαδή να ακολουθούν ένα κυριολεκτικό ή μεταφορικό GPS, και ο εγκέφαλός τους αδρανεί, με επιπτώσεις σε όλα αυτά που αναφέραμε πιο πάνω. Γι’ αυτό και οι αρχαίοι έλεγαν πως πλούσιος είναι εκείνος που έχει κάνει πολλούς πλόες, πολλά ταξίδια δηλαδή. Και προφανώς δεν αναφερόντουσαν στον τραπεζικό του λογαριασμό, ούτε μόνο σε πλοία, αλλά στην τράπεζα κινήσεων, πληροφοριών, αποφάσεων και συναισθημάτων που είχε δημιουργήσει στον εγκέφαλό του με τις διαδρομές του. Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να κινείται στο φυσικό περιβάλλον του, όχι για να ζει μια στατική ζωή, να μαραζώνει δηλαδή. Ο άνθρωπος είναι από την φύση του νομάδας, κι ένας τρόπος για να μπορούμε να παίρνουμε μια γεύση από αυτή την μακρινή πια φυσική και λογική ζωή, είναι οι διαδρομές και τα ταξίδια μας με τις μοτοσυκλέτες. Ειδικά χωρίς GPS.

Σκέφτομαι πως πολλά από τα σημερινά παιδιά στερούνται εντελώς την χαρά της εξερεύνησης, αρχικά στην γειτονιά τους όταν είναι πολύ μικρά, μετά όλο και πιο μακριά. Που να ήξερα τότε, όταν πήγαινα δημοτικό, πως αυτό που κάναμε με την παρέα, που φεύγαμε από την Άνω Νέα Σμύρνη και φτάναμε στον Ασύρματο ή σε άγνωστες σε μας γειτονιές, χωρίς καμία δυνατότητα να μας βρουν οι δικοί μας, ήταν μέρος αυτής της αρχέγονης ανάγκης του ανθρώπου για εξερεύνηση. Κι αργότερα, με το πρώτο μηχανάκι, την απόλαυσης της κίνησης σε άγνωστους δρόμους, όλο και πιο μακριά, μέχρι που το μηχανάκι έγινε μοτοσυκλέτα και τα χιλιόμετρα σε άγνωστους τόπους όλο και πιο πολλά. Από αυτή την δεξαμενή συνάψεων, εμπειριών και επιλογών, ο ιππόκαμπος του εγκεφάλου μας αντλεί από το παρελθόν για να προσομοιώσει το μέλλον. Για όλα τα ζώα που μετακινούνται, μία μεταβολή είναι η πιο σημαντική, όταν διασχίζουν νοητά σύνορα, περνώντας από μια γνωστή σε μια άγνωστη περιοχή. Όταν το κάνουμε αυτό, παρουσιάζεται η δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε πολλές μελλοντικές διαδρομές, που καθορίζονται από την τοπολογία του περιβάλλοντος. Ενώ όμως είναι ο ιππόκαμπος που αντλεί από την μνήμη, ο ρόλος της αξιολόγησης μελλοντικών ενεργειών περνά στην πρόσθια κεντρική έλικα, που συνδέεται με την κίνηση, τον σχεδιασμό και την επίλυση προβλημάτων.  Έτσι, τα ταξίδια με την μοτοσυκλέτα είναι λιγότερο επωφελή και απολαυστικά όταν είναι απολύτως προγραμματισμένα από την αρχή, που θα πάμε, από ποιόν δρόμο, τι θα δούμε, που θα μείνουμε, που θα φάμε. Ο εγκέφαλος αδρανεί έτσι, αντί να γίνεται πιο δραστήριος. Δεν περίμενα επιβεβαίωση – το ήξερα πως για μένα η απόλαυση πάντα βρίσκεται στο άγνωστο, είτε ακολουθώντας τον Ενιπέα ως τις πηγές του στη Γούρα με XL250R, είτε «χαμένος» στις λάσπες των βουνών της Σερβίας με την παρέα του MEGA TEST, είτε στις άγνωστες διαδρομές ενός enduro. Αλλά πάντα έχει ενδιαφέρον να βρίσκεις μια επιστημονική εξήγηση για αυτά που απολαμβάνεις με την μοτοσυκλέτα, που γίνεται έτσι ένα πρώτης τάξης μέσο για να ζεις μερικές ώρες φυσιολογικής δραστηριότητας.

Οι ερευνητές του UCL διαπίστωσαν πως η δραστηριότητα στον ιππόκαμπο και την πρόσθια κεντρική έλικα κορυφωνόταν σε όσους προσπαθούσαν να βρουν το δρόμο τους κι είχαν μπροστά τους πολλές επιλογές, και αυξανόταν ακόμα περισσότερο όσο αυξανόταν κι ο αριθμός των επιλογών τους. Αντίθετα, σε όσους απλώς ακολουθούσαν οδηγίες, δεν παρατηρούνταν καμία αύξηση της δραστηριότητας του εγκεφάλου. Αυτό απλοποιείται κι έτσι: Μεγάλωσε τις απαιτήσεις από τον εγκέφαλό σου, κι εκείνος θα δραστηριοποιηθεί. Μείωσέ τες, και θα αδρανήσει. Παλαιότερη έρευνα του UCL στους Λονδρέζους ταξιτζήδες, που με τα χρόνια απομνημονεύουν όλους τους συνδυασμούς διαδρομών στους 25.000 δρόμους του Λονδίνου, έδειξε πως πράγματι έχουν περισσότερη φαιά ουσία (που σχηματίζει τις αύλακες και τις έλικες του εγκεφάλου) σε σχέση με τους περισσότερους άλλους ανθρώπους.  

Έτσι, η κλασική φράση “σημασία δεν έχει ο προορισμός, αλλά το ταξίδι”, αποκτά άλλη βάση. Η διαδρομή είναι η απόλαυση, κι όταν έχεις την ικανοποίηση να φτάνεις στον προορισμό σου βάσει των επιλογών που έκανες σε κάθε διασταύρωση, έχοντας στην πορεία μαζέψει εμπειρίες, αυτό είναι που κάνει το ταξίδι ν’ αξίζει τον κόπο. Γιατί είναι στην φύση του ανθρώπου να ταξιδεύει μ’ αυτή την έννοια, χωρίς προκαθορισμένες διαδρομές και στάσεις, ανακαλύπτοντας στην πορεία, εξερευνώντας το περιβάλλον του, ζώντας μια φυσιολογική ζωή. Γι’ αυτό και είναι ψηλά στην εκτίμηση πολλών μια βόλτα έτσι, χωρίς σκοπό, χωρίς καθορισμένο προορισμό, ένας αναβάτης και μια μοτοσυκλέτα που βγαίνουν στο δρόμο, ακολουθώντας το ένστικτο και την παρόρμηση της στιγμής. Κι αν μεγαλώνει κι ο εγκέφαλός μας επειδή “χανόμαστε” όταν οδηγούμε μοτοσυκλέτα, ε, τι να κάνουμε, θα το αντέξουμε.

editorial 537 - Τι ονειρεύεσαι;

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

31/7/2014

Είναι περίεργο που ένα ταξίδι το ονειρεύομαι πιο πολύ μετά παρά πριν; Ίσως γιατί μ’ ένα ταξίδι σου ανοίγει η όρεξη και για άλλα, ίσως γιατί μια εικόνα μόνο από το ταξίδι μπορεί να σου δώσει την αφορμή για πολλά ακόμα, όνειρα ή ταξίδια. Η εξόρμησή μας στην Ροδόπη, πίσω από τα σύνορα, έδωσε πλήθος τέτοιες εικόνες, έλυσε πολλές απορίες και δημιούργησε ακόμα περισσότερα όνειρα.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 εξερευνούσαμε με τους Λαρισαίους φίλους τα μέρη της "δικής μας" Ροδόπης. Ζόρικα τότε τα πράγματα, τα σύνορα σοβαρή υπόθεση, ο στρατός παντού, περιοχές ολόκληρες αποκλεισμένες. Για να μπεις στα Πομακοχώρια, πάνω από την Ξάνθη, χρειαζόταν έγγραφη άδεια από την ασφάλεια της πόλης σου, στην οποία αναφερόταν τα πάντα, από τα οχήματα έως και τα άτομα της παρέας. Στρατιωτικό φυλάκιο με μπάρα, στον κεντρικό δρόμο, τσεκάριζε τόσο τους τουρίστες όσο και τους ντόπιους, που ζούσαν σε ελεγχόμενη περιοχή, χωρίς ελεύθερη διακίνηση. Δεν γνωρίζω να υπήρχε αυτό το καθεστώς πουθενά αλλού στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι συνεσταλμένοι, πάντα ευγενικοί, τα χωριά πεντακάθαρα, στις βρύσες πάντα κύπελλο για να πίνει αυτή η φιγούρα που μάλλον έχει εκλείψει πια, ο διαβάτης. Άλλος κόσμος.

Επειδή όμως πάντα μας τραβούσαν τα κενά του χάρτη, κολλήσαμε στην περιοχή που χοντρικά εκτείνεται από το Κάτω Νευροκόπι ως τα Πομακοχώρια, σ’ αυτά τα ατέλειωτα δάση της Ροδόπης με τα μυθικά ονόματα Καράντερε, Ζαγκραντένια, Λεπίδα, Τσάκαλος, Μπαρτάκοβα... Τα εξερευνήσαμε βήμα βήμα και ροδιά ροδιά, χωνόμασταν σε κάθε δρόμο όσο παρατημένος κι αν ήταν, μέχρι που βγαίναμε κάπου ή αναγκαζόμασταν να γυρίσουμε πίσω. Τότε, τα μηχανάκια της παρέας δεν θα μπορούσαν να είναι πιο ετερόκλητα... Από Χουσκβάρνες Βέ Αρ τετρακόσα και Ταφ Έψιλον πέντε-δέκα, μέχρι Ιξάρ ιξακουσάρ για μένα, ως Μοντέζες Ήτα Εφτά δυόμισι και τρία-εξήντα, αλλά και Ιξιλάρ ένα-εικοσπέντε και Καέλ δυόμισι και Μεζέ Ιτιζέντ εκατό πενήντα, αλλά και Ιξελές πεντακόσια... Τέτοια τρέλα μας είχε πιάσει με το Καράντερε, που μια φορά ξεκίνησα δικάβαλος με δίχρονο Cagiva 125 Cruiser από Αθήνα, φορτωμένο με τα πάντα...

Εκεί πάνω μάθαμε πως όταν τα δρομάκια που καταλήγουν σε μικρό πλάτωμα "αναστροφής", τα σύνορα ήταν πάντα κοντά. Από το Ε/Φ Τσάκαλος, τότε που είχε ακόμα φαντάρους, πριν το αφήσουν να ρημάξει αντί να γίνει καταφύγιο ή κάτι χρήσιμο, βλέπαμε τις υπερυψωμένες σκοπιές των Βουλγάρων, κι αναρωτιόμασταν πως να είναι από την άλλη μεριά. Σύντομα αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε πως τα σύνορα, παρά το χαντάκι και τα άσπρα κολωνάκια, ήταν απλά διακοσμητικά. Πώς να ελέγξεις τόσα βουνά, τόσα περάσματα; Βρίσκαμε μονοπάτια που ξεκινούσαν από το "Ελληνικό" και περνούσαν ακάθεκτα στο "Βουλγάρικο", όπως έκαναν χιλιάδες χρόνια τώρα. Συναντούσαμε τύπους που έξαλλοι μας απειλούσαν με καραμπίνες, γιατί φοβόντουσαν μήπως τους χαλάσουμε τις βρωμοδουλειές και τα λαθρεμπόριά τους... Βρίσκαμε καλύβες σε ξέφωτα κοντά στα σύνορα, με επιγραφές στα Βουλγάρικα στους τοίχους τους και τσοντοεφημερίδες στα κυριλλικά πεταμένες στο πάτωμά τους... Πετυχαίναμε Βούλγαρους φαντάρους να κόβουν βόλτες στο ελληνικό έδαφος, κι ακούγαμε ιστορίες για δεσμούς μεταξύ των πληθυσμών που κρατούσαν από πριν τα κλειστά σύνορα, από τότε που οι Σαρακατσαναίοι βόσκαγαν όλη την περιοχή και μετακινούνταν ελεύθερα και στις δύο χώρες. Αλλά ήρθε ο πόλεμος και μετά τον πόλεμο ήρθαν οι κολεκτίβες, και μια μέρα, αρχές δεκαετίας του ’50 φθινόπωρο, όπως κατέβαιναν οι Σαρακατσαναίοι τα βουνά, ο Βουλγάρικος στρατός είχε μπλοκάρει τα περάσματα, τα καμιόνια έτοιμα, τα πρόβατα φορτώθηκαν όλα εκτός από πέντε για κάθε οικογένεια, η κάθοδος στην Ελλάδα απαγορεύτηκε. Τα σκυλιά, λένε οι ιστορίες, γύρισαν μόνα τους στα χειμαδιά.

 

Οι άνθρωποι σπάνιζαν εκεί πάνω, μόνο κάποιους δασεργάτες συναντούσαμε, αλλά από ζώα άλλο καλό. Ελάφια ακούγαμε, ζαρκάδια βλέπαμε, αετούς, αγριόγατους, ίχνη και σκατούλες από αρκούδες, τα πάντα όλα. Τα χωριά όμως που κάποτε υπήρχαν εκεί πάνω, σήμερα είναι μόνο κάτι σωροί από πέτρες, κάτι μάντρες, κάτι γεφύρια, ένα μονοπάτι. Κι όταν επιτέλους πέρασα τα σύνορα για να δω και την άλλη μεριά για πρώτη φορά, ήταν Φεβρουάριος κι είχε δυό μέτρα χιόνι, αλλά τα χωριά ήταν όλα ζωντανά, γεμάτα κόσμο, οι δρόμοι ανοιχτοί, χωριά στα 1350 μέτρα υψόμετρο κι ακόμα ψηλότερα, ξέρετε, από αυτά που στην Ελλάδα εγκαταλείπονται το χειμώνα από τους λιγοστούς κατοίκους τους.

Σήμερα που τα ταξίδια είναι πιο εύκολα και τα σύνορα πιο προσιτά, αφού Βουλγαρία πηγαίνεις μόνο με ταυτότητα και δεν υπάρχει πια το άγχος της φύλαξης των παραμεθόριων περιοχών από "κατασκόπους", μπορούμε να περιπλανηθούμε πίσω από τα σύνορα και να δούμε πώς μια γραμμή στο χάρτη αλλάζει τη ζωή των ανθρώπων. Είναι χαρακτηριστικό πως μέχρι το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα υπήρχαν πάρα πολλές διαβάσεις μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, όσο οι μετακινήσεις γινόταν με τα πόδια, κι όσο τα καραβάνια με τα αλογομούλαρα και τις καμήλες μετέφεραν εμπορεύματα. Ο πόλεμος τα άλλαξε όλα αυτά, τα ορεινά περάσματα επίσημα έκλεισαν, οι αμαξιτοί δρόμοι βλέπετε ελέγχονταν πολύ πιο εύκολα, τα καθεστώτα ήταν ενάντια στην επαφή και την διακίνηση, ανθρώπων, εμπορευμάτων, ιδεών...

Ένα πράγμα που ζήλεψα, απ’ αυτά που είδα στο ταξίδι μας, ήταν τα εκατοντάδες χιλιόμετρα σηματοδοτημένων μονοπατιών, που συνεχίζουν να θυμίζουν πως ήταν και πως είναι ακόμα, για όσους θέλουν να μετακινούνται με φυσικό τρόπο, οι δρόμοι σε ανθρώπινο μέτρο. Είσαι ας πούμε στο Smolyan, το παλιό Πασμακλή, και βλέπεις πινακίδες σήμανσης μονοπατιού για Gotse Delchev, το Άνω Νευροκόπι, που σε ευθεία γραμμή είναι 80 χιλιόμετρα μακριά. Όλη την περιοχή που περιηγηθήκαμε την διασχίζουν προς κάθε κατεύθυνση σηματοδοτημένα και μη μονοπάτια, και μερικά ήταν πολύ προκλητικά... Πολύ θα το ήθελα να περπατήσω από χωριό σε χωριό, παράλληλα με τα σύνορα, πολύ θα το ήθελα να κατασκηνώσω με την εντουροπαρέα μου στις όχθες της Siroka Poljana και να χάνομαι κάθε μέρα στα ατέλειωτα δάση. Βλέπαμε τα δρομάκια, βλέπαμε τα μονοπάτια, λίγο θέλαμε να ξεχάσουμε και MEGA TEST και φωτογραφήσεις και επιστροφή στην Αθήνα, και να μείνουμε εκεί πάνω παλεύοντας με τα θηρία.

Εντύπωση επίσης μου έκανε πως ΟΛΑ τα παραμεθόρια χωριά είχαν συγκοινωνία, με τα φοβερά βανάκια UAZ-452, που το παρατσούκλι τους λόγω σχήματος είναι "φρατζόλες". Και θεωρώ πολύ πιο οικο-λογική την χρήση του ίδιου τύπου αυτοκινήτου από το 1960 μέχρι σήμερα, με κάποιες λίγες βελτιώσεις. Όπως και οι μοτοσυκλέτες που χρησιμοποιούνται από τότε στα βουλγάρικα βουνά, οι ΙΖΗ Planeta 350, κι εξακολουθούν να φροντίζουν την μετακίνηση των κατόχων τους. Μπορεί τα UAZ να μην είναι ό,τι πιο σύγχρονο και άνετο και με εικοσιεφτά αερόσακους, αλλά υπάρχουν, εξακολουθούν να δουλεύουν και το κυριότερο, φροντίζουν για την συγκοινωνία των χωριών.

Κάτι άλλο που θα ονειρευόμουν και για την δική μου χώρα, και που ισχύει στην βουλγάρικη μεθόριο, είναι η πανταχού παρούσα δασική της υπηρεσία. Σ’ έναν τόπο με 90% δασοκάλυψη, καταλαβαίνετε πόσο σημαντικό είναι αυτό. Φαίνεται βέβαια, από τα εγκαταλελειμμένα κτίρια στα βουνά, πως κάποτε η δασική τους υπηρεσία ήταν πολυπληθέστερη, αλλά ακόμα κι έτσι είχαν φύλαξη όλων των κεντρικών διασταυρώσεων, όπως και συνεχή παρουσία στους δασικούς δρόμους. Δασικός σταμάτησε, ενώ ήμασταν ήδη κατασκηνωμένοι σε ένα από τα πολλά κιόσκια-camp, και μας σύστησε να ανάβουμε φωτιά μόνο εκεί. Πραγματικά χαρήκαμε που έδειχναν τέτοιο ενδιαφέρον, πουθενά δεν είδαμε καμένα, πουθενά παλιά φωτιά πέρα από τα μέρη που επιτρέπεται. Ευτυχώς, σκεφτόμουν, που δεν μιλάω βουλγάρικα, γιατί, τι θα του έλεγα; Πως τα δάση της Ελλάδας τα έχει ρημάξει η λαθροϋλοτομία, ειδικά τα τελευταία χρόνια; Πως έφευγαν νταλίκες φορτωμένες λαθραία ξυλεία, ακόμα κι από νησιά όπως η κατακαμένη Κεφαλλονιά, και κανείς δεν νοιαζόταν;

 

Έβλεπα τα δικά τους ζωντανά ορεινά χωριά, κι ονειρευόμουν να μπορούσαν να ξαναγίνουν και τα δικά μας έτσι. Η συντριπτική πλειοψηφία των χωριών που είδαμε το καταφέρνουν αυτό χωρίς εισοδήματα από τον τουρισμό. Ένα σημείο κλειδί πρέπει να είναι ότι το κάθε σπίτι έχει τον κήπο του όπου καλλιεργεί τα λαχανικά του, συν κάποια οικόσιτα ζώα. Μπορεί στα δικά μας κυριλέ –τρομάρα μας- μάτια να μοιάζουν φτωχικά, και να είναι, υπάρχει όμως μια μεγάλη αξιοπρέπεια στην μερική, έστω, αυτάρκεια.

Παρατηρούσαμε πως πολλοί έκαναν εξορμήσεις στα δάση και μάζευαν μανιτάρια, βατόμουρα κι άλλα καλά του δάσους, τα οποία μαζί με την περίσσεια των λαχανικών θα συντηρηθούν για να φαγωθούν τον χειμώνα. Αλλά εμείς θέλουμε να είναι όλα αγοραστά, μάρκα τάδε, και επίσημα πια, να τρώμε μόνο μεταλλαγμένα της Monsanto. Ακούστε και τον Πούτιν σχετικά με τα μεταλλαγμένα, και συγκρίνετε τις απόψεις του με αυτές των Ελλήνων πολιτικών.

Θαυμάσαμε τις τεχνητές λίμνες τους, τέσσερις μεγάλες στην περιοχή που επισκεφτήκαμε, κι είδαμε πόσο τις χαίρονται τα Σαββατοκύριακα οι κάτοικοι των γύρω περιοχών. Κατασκηνώνουν στις όχθες τους, κάνουν καγιάκ, βόλτες με τις βάρκες τους, ρίχνουν κι ένα ξεγυρισμένο ψάρεμα για το φαγητό τους. Στις δικές μας, τα πάντα απαγορεύονται, γιατί δεν ανήκουν φαίνεται στο ελληνικό κράτος, αλλά στη ΔΕΗ ή κι εγώ δεν ξέρω σε ποιόν.

Ονειρεύομαι να μπορούσα να τριγυρίζω εκεί στην Ροδόπη πίσω απ’ τα σύνορα για μήνες, χρόνια... Με τα πόδια, με εντούρο, με on-off, με αυτοκίνητο, με UAZ και IZH και με τα κάρα των τσιγγάνων που συναντήσαμε. Να περπατήσω πάλι τα ξεχασμένα ορεινά περάσματα που ένωναν κάποτε τους τόπους, όταν δεν τους χώριζαν τα σύνορα και οι "αγορές", όπως το κάνουν σήμερα. Να μπορούσα να καταλάβω πως έχουν βιώσει αυτοί οι άνθρωποι τις δεκαετίες που πέρασαν, να καταλάβω γιατί αυτή η γιαγιά στη Mugla είχε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον να μας δείξει από που πάει το μονοπάτι για Trigrad, αυτό που περνάει από τα τσαΐρια με τις λιμνούλες, ψηλά στο βουνό. Να ζήσω για λίγο στο Trigrad, να βγω εντουράδα με τους ντόπιους, να καταλάβω και τι σημαίνει γι’ αυτούς ένα τζαμί και μια εκκλησία δίπλα δίπλα. Να μάθω την καταγωγή των κατοίκων του Gela, που δηλώνει γενέτειρα του Ορφέα, και που οι φωτογραφίες τους έξω από την Αγία Τριάδα θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι παλιές από τα δικά μας Βλαχοχώρια. Για να είναι από δω, ο Ορφέας μάλλον τσομπάνος θα ήταν, και θα έπαιζε την μουσική του όσο έβοσκε τα γελάδια του. Ή ξυλοκόπος, γιατί τι άλλο να κάνει κανείς εδώ; Ίσως κάποιες τέχνες που τώρα πια έχουν ξεχαστεί.

 

Τι καλύτερο; Λίγο λίγο τα όνειρά σου να γίνονται ταξίδια, βόλτες, παρέες, τοπία, άνθρωποι με τους οποίους δεν έχεις κοινή γλώσσα, αλλά εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε, κάπως την βρίσκεις την άκρη, αυτή την άκρη των αόρατων νημάτων που συνδέουν όλους τους Βαλκάνιους. Γειτονιά μας είναι, κι η μοτοσυκλέτα είναι ακόμα ένας τρόπος για να την γνωρίσουμε, και να κάνουμε ακόμα περισσότερα όνειρα πίνοντας με την παρέα μας μπύρα Kamenitza, σε κάποιο φιλόξενο κιόσκι της Ροδόπης. Και κάπου εκεί ίσως καταλάβουμε πως όταν ένας καβαλάρης με την μοτοσυκλέτα του συναντιέται στα οροπέδια του Sveti Petar με έναν καβαλάρη τσιγγάνο και χαιρετιούνται, έχουν περισσότερα κοινά να τους ενώνουν, παρά διαφορές που τους χωρίζουν.