Editorial 565 - John, Hans, Max και Fritz…

x
Από το

motomag

1/12/2016

Μπορεί κανείς να φανταστεί μοτοσυκλέτες χωρίς λάστιχα, χωρίς ρουλεμάν, χωρίς ατσάλινους σωλήνες, χωρίς αλυσίδες; Εντάξει, μερικές δεν έχουν τελική μετάδοση με αλυσίδα, αλλά όλο και κάποια θα έχουν κρυμμένη στον κινητήρα τους. Για αυτά τα καίρια κομμάτια κάθε μοτοσυκλέτας, έχουμε να ευχαριστήσουμε συγκεκριμένους ανθρώπους, αλλά και τα ποδήλατα! Καθώς η μοτοσυκλέτα δεν είναι παρά μια φυσική εξέλιξη του ποδηλάτου, με την προσθήκη κινητήρα, μερικές εφευρέσεις του 19ου αιώνα εξελίχθηκαν για τα ποδήλατα ή βρήκαν εκεί πρώτα εφαρμογή, πριν περάσουν στις μοτοσυκλέτες. Ειδικά στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η βιομηχανική ανάπτυξη έκανε τις τεχνολογικές καινοτομίες να οργιάσουν, κι αυτό δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την γέννηση των μοτοσυκλετών. Εξάλλου, πολλές μάρκες μοτοσυκλετών ξεκίνησαν από αντίστοιχες ποδηλάτων. Τι εποχή θα ήταν αυτή για να ζει κανείς, αν βέβαια είχε την οικονομική δυνατότητα για να μπορέσει να απολαύσει τους καρπούς των τεχνολογικών εξελίξεων... Μέσα σε λίγα χρόνια, μόνο και μόνο η δυνατότητα χερσαίας μετακίνησης πέρασε από το άλογο και την άμαξα στην μοτοσυκλέτα και το αυτοκίνητο. 

Όπως πάντα, ήταν και θέμα συγχρονισμού. Κάποιες εφευρέσεις ήρθαν στον κατάλληλο χρόνο ώστε να είναι εφικτή η παραγωγή και η εφαρμογή τους, επιτρέποντας με την σειρά τους τον συνδυασμό τους σε πρωτοποριακά μέσα μετακίνησης και διασκέδασης. Εφευρέτες προσπαθούσαν να δώσουν λύσεις σε προβλήματα της εποχής τους, αλλά μερικές φορές οι τεχνολογικές τους λύσεις δεν ήταν εφαρμόσιμες σε ευρεία κλίμακα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν του Robert Thomson (1822 – 1873), που είναι και ο πρώτος εφευρέτης του πνευματικού ελαστικού, του φουσκωτού δηλαδή! Το σκέφτηκε σαν βελτίωση της κύλισης και της άνεσης για τις ιππήλατες άμαξες, και σ’ αυτόν χρωστάμε την έννοια βουλκανισμός και βουλκανιζατέρ. Το 1839, πρόσθεσε θείο σε φυσικό λάστιχο για να το κάνει ελαστικό αλλά όχι κολλώδες. Κατασκεύασε κιόλας τέτοια ελαστικά για άμαξες (με την "σαμπρέλα" του από μέσα και δέρμα απ’ έξω), ήταν όμως πολύ ακριβά για να παραχθούν μαζικά. Η πατέντα του ξεχάστηκε, μέχρι που ένας Σκωτσέζος κτηνίατρος, ο John Boyd Dunlop (1840–1921), συνδύασε ύφασμα Arbroath για πανιά πλοίων με Ινδικό κόμμι (αυτό που λέμε καουτσούκ, βγαίνει από ένα είδος φίκου), κατασκευάζοντας το πρώτο φουσκωτό ελαστικό χωρίς να γνωρίζει τις προγενέστερες προσπάθειες του Thomson. To δοκίμασε στον εμπρός τροχό του ποδηλάτου του γιου του, το 1887. Δυο χρόνια αργότερα βγήκε σε μαζική παραγωγή, ακριβώς την σωστή περίοδο: Η νέα εφεύρεση δεν θα χρησίμευε μόνο για τα ποδήλατα, αλλά και για τις μοτοσυκλέτες και τα αυτοκίνητα που θα γνώριζαν αλματώδη ανάπτυξη λίγα χρόνια μετά. Κι ο Dunlop, στην ουσία, μια σαμπρέλα κι ένα πρωτόγονο λάστιχο έφτιαξε αρχικά, έγκλειστη μέσα σε ένα "μανίκι" από καραβόπανο που στερεώνονταν στη ζάντα με κορδονέτα, κι είχε κολλημένο ένα προστατευτικό πέλμα από καουτσούκ επάνω του. Η αρχική τους εφαρμογή στα ποδήλατα βελτίωσε κατά πολύ τις επιδόσεις τους στους αγώνες, αλλά και την άνεση στην καθημερινή χρήση.    

Η εφεύρεση της αλυσίδας με την μορφή που την ξέρουμε σήμερα έλυσε το θέμα της μετάδοσης κίνησης στα ποδήλατα, αλλά και το θέμα των σχέσεων μετάδοσης. Όταν τα πετάλια ήταν κατ’ ευθείαν στον εμπρός τροχό, αυτός έπρεπε να είναι τεράστιος για να μπορεί το ποδήλατο να αναπτύξει μια στοιχειώδη ταχύτητα. Η εφεύρεση του Ελβετού Hans Renold έλυσε αυτά τα θέματα, και σ’ αυτόν χρωστάμε την μετάδοση κίνησης με αλυσίδα και γρανάζια. Αρχικά, χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να γίνει κοινός τόπος στις μοτοσυκλέτες, αφού οι δερμάτινοι ιμάντες που χρησιμοποιούνταν ταίριαζαν καλύτερα στις πρωτόλειες μοτοσυκλέτες της εποχής, που δεν είχαν συμπλέκτη, κι έτσι τον ρόλο του έπαιζε η ολίσθηση του δερμάτινου ιμάντα στα καρούλια του. Η αλυσίδα, βλέπετε, δεν μπορούσε να πατινάρει στα δόντια των γραναζιών της! Γρήγορα όμως αυτά τα θέματα λύθηκαν, και η εφεύρεση που είχε κάνει το 1880 δίνοντας στην αλυσίδα την σημερινή μορφή της με τα κυλινδράκια, εξακολουθεί να μας κινεί. Φανταστείτε πως πριν το 1900 είχαν γίνει και δοκιμές με αυτολιπαινόμενες αλυσίδες, αλλά η πρακτική τους εφαρμογή θα ερχόταν με τις o-ring, πολύ αργότερα. Στον ίδιο τον Hans Renold που είχε εγκατασταθεί από 21 ετών στην Αγγλία, χρωστάμε και την σημερινή μορφή των γραναζιών κίνησης, όπως και το σχέδιο της ασφάλειας αλυσίδας. Ο ίδιος επίσης έκανε τις πρώτες δοκιμές για κάπως μεγαλύτερες αλυσίδες το 1916, αυτές που σήμερα ξέρουμε ως ερπύστριες. Η παραγωγή ειδικών για μοτοσυκλέτες αλυσίδων ξεκίνησε από τον ίδιο το 1918. Αν και μπορούσε να κατοχυρώσει πατέντα, προτίμησε να αφήσει όποιον ήθελε να παράγει αλυσίδες.

Την ίδια περίοδο στα τέλη του 19ου αιώνα, οι αδελφοί Max και Reinhard Mannesmann παρουσίασαν στην Γερμανία μια διαδικασία παραγωγής ατσάλινων σωλήνων χωρίς ραφή. Διαδικασίες κατασκευής σωλήνων υπήρχαν από το 1825, αλλά ήταν με ραφές και σχεδόν ποτέ εντελώς κυλινδρικοί ή ευθείς. Χωρίς την πατέντα των αδελφών Mannesmann, δεν θα είχε φτιαχτεί κανένα πλαίσιο χωροδικτύωμα, ούτε καν ένα απλό πλαίσιο ποδηλάτου: Η ονομασία "diamond frame", που ακόμα χρησιμοποιείται για να περιγράψει πλαίσια μοτοσυκλετών, προήλθε από τα ποδήλατα λόγω του ρομβοειδούς σχήματος του πλαισίου τους, που μεταφέρθηκε αυτούσιο σχεδόν στις πρώτες μοτοσυκλέτες. Οι ίδιοι έφτιαξαν το 1912 τους πρώτους σωλήνες από ανοξείδωτο ατσάλι, και η εταιρία τους υπάρχει ακόμα, ως Salzgitter Mannesmann Stainless Tubes.

Αφαιρέστε από μια μοτοσυκλέτα τα ρουλεμάν της, και θα διαλυθεί. Οι τροχοί δεν θα γυρίζουν, το τιμόνι δεν θα στρίβει, ο κινητήρας δεν θα λειτουργεί, το κιβώτιο επίσης. Η βασική ιδέα των ρουλεμάν είναι τόσο παλιά όσο και οι ξύλινοι κύλινδροι κάτω από πλοία ή ογκόλιθους, χιλιάδες χρόνια πριν. Αλλά για να γίνει πραγματικότητα και να βρει χιλιάδες εφαρμογές το γνωστό μας ρουλεμάν, χρειάστηκε η εξυπνάδα του επίσης Γερμανού Friedrich Fischer, που κατάφερε να βγάλει σε μαζική παραγωγή απόλυτα σφαιρικές ατσάλινες μπίλιες το 1883, κι έφτασε σε ακρίβεια 0,00012 του χιλιοστού το 1892!  Η εταιρία που ξεκίνησε ο ίδιος υπάρχει ακόμα ως Fischers Aktien-Gesellschaft, η γνωστή FAG. Μάλλον δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε για τα οφέλη των ρουλεμάν, και το πως έκαναν πιο αποδοτικές και ακριβείς παντός είδους μηχανές. Και μοτοσυκλέτες.

Κάτι τέτοιους τύπους χρειάζεται να θυμόμαστε που και που, μουσάτους, με αυστηρό βλέμμα, με κοιλιά, αυτούς τους εφευρέτες – βιομήχανους του δέκατου ένατου αιώνα. Η εποχή τους ήταν μια μεγάλη χύτρα με μαγικό φίλτρο: Μέσα του ρίχνονταν διάφορα τυχαία συστατικά, αλλά συνδυάζονταν με έναν μοναδικό τρόπο για να δώσουν εφευρέσεις που απολαμβάνουμε ακόμα και σήμερα. Ελπίζω να μην γίνουν κάποια μέρα όλες οι μοτοσυκλέτες ηλεκτρικές και να πρέπει να γράψω για την μπαταρία της Βαγδάτης, έτσι για να πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή...

editorial 537 - Τι ονειρεύεσαι;

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

31/7/2014

Είναι περίεργο που ένα ταξίδι το ονειρεύομαι πιο πολύ μετά παρά πριν; Ίσως γιατί μ’ ένα ταξίδι σου ανοίγει η όρεξη και για άλλα, ίσως γιατί μια εικόνα μόνο από το ταξίδι μπορεί να σου δώσει την αφορμή για πολλά ακόμα, όνειρα ή ταξίδια. Η εξόρμησή μας στην Ροδόπη, πίσω από τα σύνορα, έδωσε πλήθος τέτοιες εικόνες, έλυσε πολλές απορίες και δημιούργησε ακόμα περισσότερα όνειρα.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 εξερευνούσαμε με τους Λαρισαίους φίλους τα μέρη της "δικής μας" Ροδόπης. Ζόρικα τότε τα πράγματα, τα σύνορα σοβαρή υπόθεση, ο στρατός παντού, περιοχές ολόκληρες αποκλεισμένες. Για να μπεις στα Πομακοχώρια, πάνω από την Ξάνθη, χρειαζόταν έγγραφη άδεια από την ασφάλεια της πόλης σου, στην οποία αναφερόταν τα πάντα, από τα οχήματα έως και τα άτομα της παρέας. Στρατιωτικό φυλάκιο με μπάρα, στον κεντρικό δρόμο, τσεκάριζε τόσο τους τουρίστες όσο και τους ντόπιους, που ζούσαν σε ελεγχόμενη περιοχή, χωρίς ελεύθερη διακίνηση. Δεν γνωρίζω να υπήρχε αυτό το καθεστώς πουθενά αλλού στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι συνεσταλμένοι, πάντα ευγενικοί, τα χωριά πεντακάθαρα, στις βρύσες πάντα κύπελλο για να πίνει αυτή η φιγούρα που μάλλον έχει εκλείψει πια, ο διαβάτης. Άλλος κόσμος.

Επειδή όμως πάντα μας τραβούσαν τα κενά του χάρτη, κολλήσαμε στην περιοχή που χοντρικά εκτείνεται από το Κάτω Νευροκόπι ως τα Πομακοχώρια, σ’ αυτά τα ατέλειωτα δάση της Ροδόπης με τα μυθικά ονόματα Καράντερε, Ζαγκραντένια, Λεπίδα, Τσάκαλος, Μπαρτάκοβα... Τα εξερευνήσαμε βήμα βήμα και ροδιά ροδιά, χωνόμασταν σε κάθε δρόμο όσο παρατημένος κι αν ήταν, μέχρι που βγαίναμε κάπου ή αναγκαζόμασταν να γυρίσουμε πίσω. Τότε, τα μηχανάκια της παρέας δεν θα μπορούσαν να είναι πιο ετερόκλητα... Από Χουσκβάρνες Βέ Αρ τετρακόσα και Ταφ Έψιλον πέντε-δέκα, μέχρι Ιξάρ ιξακουσάρ για μένα, ως Μοντέζες Ήτα Εφτά δυόμισι και τρία-εξήντα, αλλά και Ιξιλάρ ένα-εικοσπέντε και Καέλ δυόμισι και Μεζέ Ιτιζέντ εκατό πενήντα, αλλά και Ιξελές πεντακόσια... Τέτοια τρέλα μας είχε πιάσει με το Καράντερε, που μια φορά ξεκίνησα δικάβαλος με δίχρονο Cagiva 125 Cruiser από Αθήνα, φορτωμένο με τα πάντα...

Εκεί πάνω μάθαμε πως όταν τα δρομάκια που καταλήγουν σε μικρό πλάτωμα "αναστροφής", τα σύνορα ήταν πάντα κοντά. Από το Ε/Φ Τσάκαλος, τότε που είχε ακόμα φαντάρους, πριν το αφήσουν να ρημάξει αντί να γίνει καταφύγιο ή κάτι χρήσιμο, βλέπαμε τις υπερυψωμένες σκοπιές των Βουλγάρων, κι αναρωτιόμασταν πως να είναι από την άλλη μεριά. Σύντομα αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε πως τα σύνορα, παρά το χαντάκι και τα άσπρα κολωνάκια, ήταν απλά διακοσμητικά. Πώς να ελέγξεις τόσα βουνά, τόσα περάσματα; Βρίσκαμε μονοπάτια που ξεκινούσαν από το "Ελληνικό" και περνούσαν ακάθεκτα στο "Βουλγάρικο", όπως έκαναν χιλιάδες χρόνια τώρα. Συναντούσαμε τύπους που έξαλλοι μας απειλούσαν με καραμπίνες, γιατί φοβόντουσαν μήπως τους χαλάσουμε τις βρωμοδουλειές και τα λαθρεμπόριά τους... Βρίσκαμε καλύβες σε ξέφωτα κοντά στα σύνορα, με επιγραφές στα Βουλγάρικα στους τοίχους τους και τσοντοεφημερίδες στα κυριλλικά πεταμένες στο πάτωμά τους... Πετυχαίναμε Βούλγαρους φαντάρους να κόβουν βόλτες στο ελληνικό έδαφος, κι ακούγαμε ιστορίες για δεσμούς μεταξύ των πληθυσμών που κρατούσαν από πριν τα κλειστά σύνορα, από τότε που οι Σαρακατσαναίοι βόσκαγαν όλη την περιοχή και μετακινούνταν ελεύθερα και στις δύο χώρες. Αλλά ήρθε ο πόλεμος και μετά τον πόλεμο ήρθαν οι κολεκτίβες, και μια μέρα, αρχές δεκαετίας του ’50 φθινόπωρο, όπως κατέβαιναν οι Σαρακατσαναίοι τα βουνά, ο Βουλγάρικος στρατός είχε μπλοκάρει τα περάσματα, τα καμιόνια έτοιμα, τα πρόβατα φορτώθηκαν όλα εκτός από πέντε για κάθε οικογένεια, η κάθοδος στην Ελλάδα απαγορεύτηκε. Τα σκυλιά, λένε οι ιστορίες, γύρισαν μόνα τους στα χειμαδιά.

 

Οι άνθρωποι σπάνιζαν εκεί πάνω, μόνο κάποιους δασεργάτες συναντούσαμε, αλλά από ζώα άλλο καλό. Ελάφια ακούγαμε, ζαρκάδια βλέπαμε, αετούς, αγριόγατους, ίχνη και σκατούλες από αρκούδες, τα πάντα όλα. Τα χωριά όμως που κάποτε υπήρχαν εκεί πάνω, σήμερα είναι μόνο κάτι σωροί από πέτρες, κάτι μάντρες, κάτι γεφύρια, ένα μονοπάτι. Κι όταν επιτέλους πέρασα τα σύνορα για να δω και την άλλη μεριά για πρώτη φορά, ήταν Φεβρουάριος κι είχε δυό μέτρα χιόνι, αλλά τα χωριά ήταν όλα ζωντανά, γεμάτα κόσμο, οι δρόμοι ανοιχτοί, χωριά στα 1350 μέτρα υψόμετρο κι ακόμα ψηλότερα, ξέρετε, από αυτά που στην Ελλάδα εγκαταλείπονται το χειμώνα από τους λιγοστούς κατοίκους τους.

Σήμερα που τα ταξίδια είναι πιο εύκολα και τα σύνορα πιο προσιτά, αφού Βουλγαρία πηγαίνεις μόνο με ταυτότητα και δεν υπάρχει πια το άγχος της φύλαξης των παραμεθόριων περιοχών από "κατασκόπους", μπορούμε να περιπλανηθούμε πίσω από τα σύνορα και να δούμε πώς μια γραμμή στο χάρτη αλλάζει τη ζωή των ανθρώπων. Είναι χαρακτηριστικό πως μέχρι το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα υπήρχαν πάρα πολλές διαβάσεις μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, όσο οι μετακινήσεις γινόταν με τα πόδια, κι όσο τα καραβάνια με τα αλογομούλαρα και τις καμήλες μετέφεραν εμπορεύματα. Ο πόλεμος τα άλλαξε όλα αυτά, τα ορεινά περάσματα επίσημα έκλεισαν, οι αμαξιτοί δρόμοι βλέπετε ελέγχονταν πολύ πιο εύκολα, τα καθεστώτα ήταν ενάντια στην επαφή και την διακίνηση, ανθρώπων, εμπορευμάτων, ιδεών...

Ένα πράγμα που ζήλεψα, απ’ αυτά που είδα στο ταξίδι μας, ήταν τα εκατοντάδες χιλιόμετρα σηματοδοτημένων μονοπατιών, που συνεχίζουν να θυμίζουν πως ήταν και πως είναι ακόμα, για όσους θέλουν να μετακινούνται με φυσικό τρόπο, οι δρόμοι σε ανθρώπινο μέτρο. Είσαι ας πούμε στο Smolyan, το παλιό Πασμακλή, και βλέπεις πινακίδες σήμανσης μονοπατιού για Gotse Delchev, το Άνω Νευροκόπι, που σε ευθεία γραμμή είναι 80 χιλιόμετρα μακριά. Όλη την περιοχή που περιηγηθήκαμε την διασχίζουν προς κάθε κατεύθυνση σηματοδοτημένα και μη μονοπάτια, και μερικά ήταν πολύ προκλητικά... Πολύ θα το ήθελα να περπατήσω από χωριό σε χωριό, παράλληλα με τα σύνορα, πολύ θα το ήθελα να κατασκηνώσω με την εντουροπαρέα μου στις όχθες της Siroka Poljana και να χάνομαι κάθε μέρα στα ατέλειωτα δάση. Βλέπαμε τα δρομάκια, βλέπαμε τα μονοπάτια, λίγο θέλαμε να ξεχάσουμε και MEGA TEST και φωτογραφήσεις και επιστροφή στην Αθήνα, και να μείνουμε εκεί πάνω παλεύοντας με τα θηρία.

Εντύπωση επίσης μου έκανε πως ΟΛΑ τα παραμεθόρια χωριά είχαν συγκοινωνία, με τα φοβερά βανάκια UAZ-452, που το παρατσούκλι τους λόγω σχήματος είναι "φρατζόλες". Και θεωρώ πολύ πιο οικο-λογική την χρήση του ίδιου τύπου αυτοκινήτου από το 1960 μέχρι σήμερα, με κάποιες λίγες βελτιώσεις. Όπως και οι μοτοσυκλέτες που χρησιμοποιούνται από τότε στα βουλγάρικα βουνά, οι ΙΖΗ Planeta 350, κι εξακολουθούν να φροντίζουν την μετακίνηση των κατόχων τους. Μπορεί τα UAZ να μην είναι ό,τι πιο σύγχρονο και άνετο και με εικοσιεφτά αερόσακους, αλλά υπάρχουν, εξακολουθούν να δουλεύουν και το κυριότερο, φροντίζουν για την συγκοινωνία των χωριών.

Κάτι άλλο που θα ονειρευόμουν και για την δική μου χώρα, και που ισχύει στην βουλγάρικη μεθόριο, είναι η πανταχού παρούσα δασική της υπηρεσία. Σ’ έναν τόπο με 90% δασοκάλυψη, καταλαβαίνετε πόσο σημαντικό είναι αυτό. Φαίνεται βέβαια, από τα εγκαταλελειμμένα κτίρια στα βουνά, πως κάποτε η δασική τους υπηρεσία ήταν πολυπληθέστερη, αλλά ακόμα κι έτσι είχαν φύλαξη όλων των κεντρικών διασταυρώσεων, όπως και συνεχή παρουσία στους δασικούς δρόμους. Δασικός σταμάτησε, ενώ ήμασταν ήδη κατασκηνωμένοι σε ένα από τα πολλά κιόσκια-camp, και μας σύστησε να ανάβουμε φωτιά μόνο εκεί. Πραγματικά χαρήκαμε που έδειχναν τέτοιο ενδιαφέρον, πουθενά δεν είδαμε καμένα, πουθενά παλιά φωτιά πέρα από τα μέρη που επιτρέπεται. Ευτυχώς, σκεφτόμουν, που δεν μιλάω βουλγάρικα, γιατί, τι θα του έλεγα; Πως τα δάση της Ελλάδας τα έχει ρημάξει η λαθροϋλοτομία, ειδικά τα τελευταία χρόνια; Πως έφευγαν νταλίκες φορτωμένες λαθραία ξυλεία, ακόμα κι από νησιά όπως η κατακαμένη Κεφαλλονιά, και κανείς δεν νοιαζόταν;

 

Έβλεπα τα δικά τους ζωντανά ορεινά χωριά, κι ονειρευόμουν να μπορούσαν να ξαναγίνουν και τα δικά μας έτσι. Η συντριπτική πλειοψηφία των χωριών που είδαμε το καταφέρνουν αυτό χωρίς εισοδήματα από τον τουρισμό. Ένα σημείο κλειδί πρέπει να είναι ότι το κάθε σπίτι έχει τον κήπο του όπου καλλιεργεί τα λαχανικά του, συν κάποια οικόσιτα ζώα. Μπορεί στα δικά μας κυριλέ –τρομάρα μας- μάτια να μοιάζουν φτωχικά, και να είναι, υπάρχει όμως μια μεγάλη αξιοπρέπεια στην μερική, έστω, αυτάρκεια.

Παρατηρούσαμε πως πολλοί έκαναν εξορμήσεις στα δάση και μάζευαν μανιτάρια, βατόμουρα κι άλλα καλά του δάσους, τα οποία μαζί με την περίσσεια των λαχανικών θα συντηρηθούν για να φαγωθούν τον χειμώνα. Αλλά εμείς θέλουμε να είναι όλα αγοραστά, μάρκα τάδε, και επίσημα πια, να τρώμε μόνο μεταλλαγμένα της Monsanto. Ακούστε και τον Πούτιν σχετικά με τα μεταλλαγμένα, και συγκρίνετε τις απόψεις του με αυτές των Ελλήνων πολιτικών.

Θαυμάσαμε τις τεχνητές λίμνες τους, τέσσερις μεγάλες στην περιοχή που επισκεφτήκαμε, κι είδαμε πόσο τις χαίρονται τα Σαββατοκύριακα οι κάτοικοι των γύρω περιοχών. Κατασκηνώνουν στις όχθες τους, κάνουν καγιάκ, βόλτες με τις βάρκες τους, ρίχνουν κι ένα ξεγυρισμένο ψάρεμα για το φαγητό τους. Στις δικές μας, τα πάντα απαγορεύονται, γιατί δεν ανήκουν φαίνεται στο ελληνικό κράτος, αλλά στη ΔΕΗ ή κι εγώ δεν ξέρω σε ποιόν.

Ονειρεύομαι να μπορούσα να τριγυρίζω εκεί στην Ροδόπη πίσω απ’ τα σύνορα για μήνες, χρόνια... Με τα πόδια, με εντούρο, με on-off, με αυτοκίνητο, με UAZ και IZH και με τα κάρα των τσιγγάνων που συναντήσαμε. Να περπατήσω πάλι τα ξεχασμένα ορεινά περάσματα που ένωναν κάποτε τους τόπους, όταν δεν τους χώριζαν τα σύνορα και οι "αγορές", όπως το κάνουν σήμερα. Να μπορούσα να καταλάβω πως έχουν βιώσει αυτοί οι άνθρωποι τις δεκαετίες που πέρασαν, να καταλάβω γιατί αυτή η γιαγιά στη Mugla είχε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον να μας δείξει από που πάει το μονοπάτι για Trigrad, αυτό που περνάει από τα τσαΐρια με τις λιμνούλες, ψηλά στο βουνό. Να ζήσω για λίγο στο Trigrad, να βγω εντουράδα με τους ντόπιους, να καταλάβω και τι σημαίνει γι’ αυτούς ένα τζαμί και μια εκκλησία δίπλα δίπλα. Να μάθω την καταγωγή των κατοίκων του Gela, που δηλώνει γενέτειρα του Ορφέα, και που οι φωτογραφίες τους έξω από την Αγία Τριάδα θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι παλιές από τα δικά μας Βλαχοχώρια. Για να είναι από δω, ο Ορφέας μάλλον τσομπάνος θα ήταν, και θα έπαιζε την μουσική του όσο έβοσκε τα γελάδια του. Ή ξυλοκόπος, γιατί τι άλλο να κάνει κανείς εδώ; Ίσως κάποιες τέχνες που τώρα πια έχουν ξεχαστεί.

 

Τι καλύτερο; Λίγο λίγο τα όνειρά σου να γίνονται ταξίδια, βόλτες, παρέες, τοπία, άνθρωποι με τους οποίους δεν έχεις κοινή γλώσσα, αλλά εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε, κάπως την βρίσκεις την άκρη, αυτή την άκρη των αόρατων νημάτων που συνδέουν όλους τους Βαλκάνιους. Γειτονιά μας είναι, κι η μοτοσυκλέτα είναι ακόμα ένας τρόπος για να την γνωρίσουμε, και να κάνουμε ακόμα περισσότερα όνειρα πίνοντας με την παρέα μας μπύρα Kamenitza, σε κάποιο φιλόξενο κιόσκι της Ροδόπης. Και κάπου εκεί ίσως καταλάβουμε πως όταν ένας καβαλάρης με την μοτοσυκλέτα του συναντιέται στα οροπέδια του Sveti Petar με έναν καβαλάρη τσιγγάνο και χαιρετιούνται, έχουν περισσότερα κοινά να τους ενώνουν, παρά διαφορές που τους χωρίζουν.