Editorial 565 - John, Hans, Max και Fritz…

x
Από το

motomag

1/12/2016

Μπορεί κανείς να φανταστεί μοτοσυκλέτες χωρίς λάστιχα, χωρίς ρουλεμάν, χωρίς ατσάλινους σωλήνες, χωρίς αλυσίδες; Εντάξει, μερικές δεν έχουν τελική μετάδοση με αλυσίδα, αλλά όλο και κάποια θα έχουν κρυμμένη στον κινητήρα τους. Για αυτά τα καίρια κομμάτια κάθε μοτοσυκλέτας, έχουμε να ευχαριστήσουμε συγκεκριμένους ανθρώπους, αλλά και τα ποδήλατα! Καθώς η μοτοσυκλέτα δεν είναι παρά μια φυσική εξέλιξη του ποδηλάτου, με την προσθήκη κινητήρα, μερικές εφευρέσεις του 19ου αιώνα εξελίχθηκαν για τα ποδήλατα ή βρήκαν εκεί πρώτα εφαρμογή, πριν περάσουν στις μοτοσυκλέτες. Ειδικά στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η βιομηχανική ανάπτυξη έκανε τις τεχνολογικές καινοτομίες να οργιάσουν, κι αυτό δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την γέννηση των μοτοσυκλετών. Εξάλλου, πολλές μάρκες μοτοσυκλετών ξεκίνησαν από αντίστοιχες ποδηλάτων. Τι εποχή θα ήταν αυτή για να ζει κανείς, αν βέβαια είχε την οικονομική δυνατότητα για να μπορέσει να απολαύσει τους καρπούς των τεχνολογικών εξελίξεων... Μέσα σε λίγα χρόνια, μόνο και μόνο η δυνατότητα χερσαίας μετακίνησης πέρασε από το άλογο και την άμαξα στην μοτοσυκλέτα και το αυτοκίνητο. 

Όπως πάντα, ήταν και θέμα συγχρονισμού. Κάποιες εφευρέσεις ήρθαν στον κατάλληλο χρόνο ώστε να είναι εφικτή η παραγωγή και η εφαρμογή τους, επιτρέποντας με την σειρά τους τον συνδυασμό τους σε πρωτοποριακά μέσα μετακίνησης και διασκέδασης. Εφευρέτες προσπαθούσαν να δώσουν λύσεις σε προβλήματα της εποχής τους, αλλά μερικές φορές οι τεχνολογικές τους λύσεις δεν ήταν εφαρμόσιμες σε ευρεία κλίμακα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν του Robert Thomson (1822 – 1873), που είναι και ο πρώτος εφευρέτης του πνευματικού ελαστικού, του φουσκωτού δηλαδή! Το σκέφτηκε σαν βελτίωση της κύλισης και της άνεσης για τις ιππήλατες άμαξες, και σ’ αυτόν χρωστάμε την έννοια βουλκανισμός και βουλκανιζατέρ. Το 1839, πρόσθεσε θείο σε φυσικό λάστιχο για να το κάνει ελαστικό αλλά όχι κολλώδες. Κατασκεύασε κιόλας τέτοια ελαστικά για άμαξες (με την "σαμπρέλα" του από μέσα και δέρμα απ’ έξω), ήταν όμως πολύ ακριβά για να παραχθούν μαζικά. Η πατέντα του ξεχάστηκε, μέχρι που ένας Σκωτσέζος κτηνίατρος, ο John Boyd Dunlop (1840–1921), συνδύασε ύφασμα Arbroath για πανιά πλοίων με Ινδικό κόμμι (αυτό που λέμε καουτσούκ, βγαίνει από ένα είδος φίκου), κατασκευάζοντας το πρώτο φουσκωτό ελαστικό χωρίς να γνωρίζει τις προγενέστερες προσπάθειες του Thomson. To δοκίμασε στον εμπρός τροχό του ποδηλάτου του γιου του, το 1887. Δυο χρόνια αργότερα βγήκε σε μαζική παραγωγή, ακριβώς την σωστή περίοδο: Η νέα εφεύρεση δεν θα χρησίμευε μόνο για τα ποδήλατα, αλλά και για τις μοτοσυκλέτες και τα αυτοκίνητα που θα γνώριζαν αλματώδη ανάπτυξη λίγα χρόνια μετά. Κι ο Dunlop, στην ουσία, μια σαμπρέλα κι ένα πρωτόγονο λάστιχο έφτιαξε αρχικά, έγκλειστη μέσα σε ένα "μανίκι" από καραβόπανο που στερεώνονταν στη ζάντα με κορδονέτα, κι είχε κολλημένο ένα προστατευτικό πέλμα από καουτσούκ επάνω του. Η αρχική τους εφαρμογή στα ποδήλατα βελτίωσε κατά πολύ τις επιδόσεις τους στους αγώνες, αλλά και την άνεση στην καθημερινή χρήση.    

Η εφεύρεση της αλυσίδας με την μορφή που την ξέρουμε σήμερα έλυσε το θέμα της μετάδοσης κίνησης στα ποδήλατα, αλλά και το θέμα των σχέσεων μετάδοσης. Όταν τα πετάλια ήταν κατ’ ευθείαν στον εμπρός τροχό, αυτός έπρεπε να είναι τεράστιος για να μπορεί το ποδήλατο να αναπτύξει μια στοιχειώδη ταχύτητα. Η εφεύρεση του Ελβετού Hans Renold έλυσε αυτά τα θέματα, και σ’ αυτόν χρωστάμε την μετάδοση κίνησης με αλυσίδα και γρανάζια. Αρχικά, χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να γίνει κοινός τόπος στις μοτοσυκλέτες, αφού οι δερμάτινοι ιμάντες που χρησιμοποιούνταν ταίριαζαν καλύτερα στις πρωτόλειες μοτοσυκλέτες της εποχής, που δεν είχαν συμπλέκτη, κι έτσι τον ρόλο του έπαιζε η ολίσθηση του δερμάτινου ιμάντα στα καρούλια του. Η αλυσίδα, βλέπετε, δεν μπορούσε να πατινάρει στα δόντια των γραναζιών της! Γρήγορα όμως αυτά τα θέματα λύθηκαν, και η εφεύρεση που είχε κάνει το 1880 δίνοντας στην αλυσίδα την σημερινή μορφή της με τα κυλινδράκια, εξακολουθεί να μας κινεί. Φανταστείτε πως πριν το 1900 είχαν γίνει και δοκιμές με αυτολιπαινόμενες αλυσίδες, αλλά η πρακτική τους εφαρμογή θα ερχόταν με τις o-ring, πολύ αργότερα. Στον ίδιο τον Hans Renold που είχε εγκατασταθεί από 21 ετών στην Αγγλία, χρωστάμε και την σημερινή μορφή των γραναζιών κίνησης, όπως και το σχέδιο της ασφάλειας αλυσίδας. Ο ίδιος επίσης έκανε τις πρώτες δοκιμές για κάπως μεγαλύτερες αλυσίδες το 1916, αυτές που σήμερα ξέρουμε ως ερπύστριες. Η παραγωγή ειδικών για μοτοσυκλέτες αλυσίδων ξεκίνησε από τον ίδιο το 1918. Αν και μπορούσε να κατοχυρώσει πατέντα, προτίμησε να αφήσει όποιον ήθελε να παράγει αλυσίδες.

Την ίδια περίοδο στα τέλη του 19ου αιώνα, οι αδελφοί Max και Reinhard Mannesmann παρουσίασαν στην Γερμανία μια διαδικασία παραγωγής ατσάλινων σωλήνων χωρίς ραφή. Διαδικασίες κατασκευής σωλήνων υπήρχαν από το 1825, αλλά ήταν με ραφές και σχεδόν ποτέ εντελώς κυλινδρικοί ή ευθείς. Χωρίς την πατέντα των αδελφών Mannesmann, δεν θα είχε φτιαχτεί κανένα πλαίσιο χωροδικτύωμα, ούτε καν ένα απλό πλαίσιο ποδηλάτου: Η ονομασία "diamond frame", που ακόμα χρησιμοποιείται για να περιγράψει πλαίσια μοτοσυκλετών, προήλθε από τα ποδήλατα λόγω του ρομβοειδούς σχήματος του πλαισίου τους, που μεταφέρθηκε αυτούσιο σχεδόν στις πρώτες μοτοσυκλέτες. Οι ίδιοι έφτιαξαν το 1912 τους πρώτους σωλήνες από ανοξείδωτο ατσάλι, και η εταιρία τους υπάρχει ακόμα, ως Salzgitter Mannesmann Stainless Tubes.

Αφαιρέστε από μια μοτοσυκλέτα τα ρουλεμάν της, και θα διαλυθεί. Οι τροχοί δεν θα γυρίζουν, το τιμόνι δεν θα στρίβει, ο κινητήρας δεν θα λειτουργεί, το κιβώτιο επίσης. Η βασική ιδέα των ρουλεμάν είναι τόσο παλιά όσο και οι ξύλινοι κύλινδροι κάτω από πλοία ή ογκόλιθους, χιλιάδες χρόνια πριν. Αλλά για να γίνει πραγματικότητα και να βρει χιλιάδες εφαρμογές το γνωστό μας ρουλεμάν, χρειάστηκε η εξυπνάδα του επίσης Γερμανού Friedrich Fischer, που κατάφερε να βγάλει σε μαζική παραγωγή απόλυτα σφαιρικές ατσάλινες μπίλιες το 1883, κι έφτασε σε ακρίβεια 0,00012 του χιλιοστού το 1892!  Η εταιρία που ξεκίνησε ο ίδιος υπάρχει ακόμα ως Fischers Aktien-Gesellschaft, η γνωστή FAG. Μάλλον δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε για τα οφέλη των ρουλεμάν, και το πως έκαναν πιο αποδοτικές και ακριβείς παντός είδους μηχανές. Και μοτοσυκλέτες.

Κάτι τέτοιους τύπους χρειάζεται να θυμόμαστε που και που, μουσάτους, με αυστηρό βλέμμα, με κοιλιά, αυτούς τους εφευρέτες – βιομήχανους του δέκατου ένατου αιώνα. Η εποχή τους ήταν μια μεγάλη χύτρα με μαγικό φίλτρο: Μέσα του ρίχνονταν διάφορα τυχαία συστατικά, αλλά συνδυάζονταν με έναν μοναδικό τρόπο για να δώσουν εφευρέσεις που απολαμβάνουμε ακόμα και σήμερα. Ελπίζω να μην γίνουν κάποια μέρα όλες οι μοτοσυκλέτες ηλεκτρικές και να πρέπει να γράψω για την μπαταρία της Βαγδάτης, έτσι για να πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή...

editorial 535 - Παγκόσμιες ιστορίες

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

30/5/2014

Πέμπτη μεσημέρι κατά τις δύο, φτάνουμε στα Μετέωρα. Σιγά μη λείπαμε από το μεγαλύτερο γεγονός της χρονιάς. Παγκόσμιο πρωτάθλημα enduro είναι αυτό, δεν είναι παίξε γέλασε, το 2011 που είχε ξαναγίνει στην ίδια περιοχή μας είχαν πέσει τα σαγόνια κάτω μ’ αυτά που είδαμε. Τότε είχε ψηφιστεί ως ο καλύτερος αγώνας της χρονιάς, ανάμεσα σε όλες τις διοργανώσεις του παγκοσμίου. Οι ίδιοι άνθρωποι, μια διάσπαση λέσχης και μια ίδρυση καινούργιας μετά, διεκδικούν και πάλι το ίδιο βραβείο. Με το σπαθί τους. Ομάδες και αναβάτες είχαν μόνο τα καλύτερα λόγια να πουν. Για μας είναι σαν να το έχουν πάρει ήδη.
Βιάζομαι όμως. Ζαλισμένοι ακόμα από το ταξίδι, ξεφορτώνουμε τα μηχανάκια και ντυνόμαστε για να πάμε να κάνουμε τις απλές. Η σηματοδότηση συνεχίζεται ακόμα, βρίσκουμε αναβάτες της οργάνωσης να την συμπληρώνουν, τους λέμε για κάποια σημεία που τα σήματα έχουν πέσει ή είναι ασαφή. Μονοπάτια γνώριμα αλλά και καινούργια, καθόλου χωματόδρομοι, μερικές ενδιαφέρουσες ανηφόρες έτσι για να μην είναι όλη η απλή περίπατος. Ξέρουμε καλά πως τα μονοπάτια που σήμερα κάνουμε σχεδόν απάτητα, μετά τον αγώνα θα έχουν αλλάξει τελείως μορφή. Την περασμένη Κυριακή, οι οργανωτές έστηναν τις ειδικές μέσα σε καταρρακτώδη βροχή, αλλά τέσσερις μέρες μετά το μέρος έχει στεγνώσει κι έχει σκόνη, τόση που στις ανηφόρες αν είχες δύο μηχανάκια μπροστά σου δεν έβλεπες τίποτα, κι απλώς έλπιζες πως δεν θα βρεις κάποια πέτρα ή χαντάκι. Και νύχτα χωρίς φώτα να οδηγούσες, το ίδιο θα ήταν...
Βγαίνουμε στις ειδικές, που είναι η μια δίπλα στην άλλη, διαφορετικές όμως μεταξύ τους, κι έχουν ένα μεγάλο μερίδιο στην επιτυχία αυτού του αγώνα. Δύσκολες όσο πρέπει, μεγάλες σε διάρκεια, βγάζουν διαφορές στους χρόνους τέτοιες που να είναι δυνατή επίθεση για τα χαμένα δευτερόλεπτα και το κυνήγι των θέσεων. Σε κεντρική θέση είναι και το service με τα φορτηγάκια των ομάδων, κι όλοι όσοι υποστηρίζουν την προσπάθεια των αναβατών δεν χρειάζεται να μετακινηθούν πολύ. Όπως διαπιστώσαμε για ακόμα μια φορά, ο αγώνας δεν κερδίζεται μόνο στις ειδικές, αλλά και στην προετοιμασία πριν τον αγώνα. Οι περισσότεροι από τους παγκόσμιους ήταν εκεί μια βδομάδα πριν τον αγώνα, με τους αναβάτες να περπατούν τις ειδικές και τους support αναβάτες να ψάχνουν τα σημεία των απλών όπου μπορούν να συναντήσουν τους αναβάτες. Η αναγνώριση των ειδικών από τους αγωνιζόμενους, που γίνεται μόνο με τα πόδια, έχει εξελιχθεί σε επιστήμη. Περπατάνε συνολικά δεκάδες χιλιόμετρα, αφού δεν τις κάνουν μόνο μία φορά. Βασική τους αρχή: η ευθεία είναι ο συντομότερος δρόμος, κι αυτή η ευθεία δεν πρέπει να έχει εκπλήξεις. Βλέπαμε τους αναβάτες να κοιτούν τα ρέματα και τις πλαγιές σαν τοπογράφοι, βάζοντας το χέρι τεντωμένο μπροστά για να "γράψουν" οπτικά μια νοητή ευθεία. Έχοντας αποφασίσει για την γραμμή τους, κι άσχετα αν αυτή έχει εμπόδια που οι κοινοί θνητοί θα πέρναγαν ως ερπετά, με τους τροχούς τους συνέχεια στο έδαφος, αυτοί που το μάτι τους κόβει διαφορετικά επιλέγουν γραμμές με φαντασία, κατάλληλες για τις ταχύτητες που αυτοί μπορούν να κινηθούν. Για παράδειγμα, στην αρχή της enduro test υπήρχε μια μικρή ρεματιά. Κινούμενοι από πριν σε ευθεία με το σημείο που θα ήθελαν να προσγειωθούν, έψαχναν το πιο κατάλληλο σημείο απογείωσης και πηδούσαν τη ρεματιά, αποφεύγοντας τελευταία στιγμή τα δέντρα που ήταν απέναντι. Άσχετα δηλαδή με τις υψομετρικές διακυμάνσεις του εδάφους, αυτοί οι alien του enduro κινούνται σε ευθεία πορεία...

Πριν όμως μπουν με μοτοσυκλέτα στις ειδικές, κι ενώ τις περπατάνε, πολλές φορές μαζί με τους support, αρχίζουν την αποψίλωση. Αφαιρούν από το πάτημά τους μια πέτρα εδώ, ένα κλαδί πιο κει, παρεμβαίνοντας στο έδαφος των ειδικών με τέτοιο τρόπο ώστε πριν αρχίσει ο αγώνας, η χάραξη των ειδικών μπορεί να είναι η αρχική, αλλά το έδαφός τους δεν έχει καμία σχέση. "Αυτοί τις έχουν αποψιλώσει τις ειδικές!", έλεγαν οι αναβάτες της οργάνωσης. Στόχος τους βέβαια η μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα στις επιλεγμένες τους γραμμές, χωρίς εκπλήξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πτώση. Δεν είναι όμως πως μόνο αφαιρούν πέτρες και ξύλα από τις ειδικές, προσθέτουν κιόλας αν τους βολεύει, όπως είδαμε πριν το special test της Παρασκευής, όπου κάποιος από την ομάδα της ΚΤΜ έβαλε μια πέτρα να ακουμπάει στους κορμούς. Και που πάτησε ο Meo όταν πέρασε από κει; Κέντραρε την πέτρα και πήδηξε πιο εύκολα και πιο ασφαλής τους κορμούς. Η δουλειά αναγνώρισης των ειδικών από αναβάτες και support συνεχίζεται και κατά τη διάρκεια κάθε αγωνιστικής ημέρας. Πριν μπουν στις ειδικές, αρκετοί αναβάτες έκαναν μια παράκαμψη αφήνοντας την απλή, κι έριχναν μια ματιά σε σημεία της ειδικής που τους προβλημάτιζαν για το πως θα κερδίσουν κανένα δεκατάκι, για να δουν πως έχουν γίνει. Την ίδια ώρα, οι support αναβάτες αλλά και... πεζοπόρα τμήματα, περπάταγαν τις ειδικές και συνέχιζαν την διαμόρφωσή τους, κυρίως απομακρύνοντας πέτρες ή "γλυκαίνοντας" κάποιο πάτημα. Επιπλέον, μερικοί από αυτούς, οι παλουκοφόροι, έπαιρναν ένα παλούκι απ’ αυτά που πάνω τους δένεται η κορδέλα των ειδικών, κι ενώ οι ίδιοι στέκονταν πίσω από την κορδέλα οριοθέτησης, έβαζαν την μύτη του παλουκιού ακριβώς στο πάτημα που έπρεπε να ακολουθήσει ο αναβάτης τους, τραβώντας το πίσω μόνο όταν αυτός είχε φτάσει στο μέτρο! Αμέσως μετά, έτρεχαν σε άλλο σημείο της ειδικής, κι επαναλάμβαναν το ίδιο. Το τι αντιλαμβάνονται οι θεατές ως πάτημα και το τι αντιλαμβάνονται οι αναβάτες, είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Κι όταν κάποιοι θεατές έβαλαν πέτρες σ’ ένα πάτημα που είχε κατ’ αυτούς χαλάσει, κι είχε φτιάξει βαθύ λούκι, είχαμε πτώσεις αναβατών. Πως γίνεται να θυμούνται τόσα χιλιόμετρα ειδικών, και μάλιστα να προσαρμόζονται στις αλλαγές του εδάφους τους σε κάθε πέρασμα; Μερικά από τα παραπάνω που αναφέραμε το εξηγούν, συν το ότι αυτή είναι η δουλειά τους κι έχουν αναπτύξει ιδιαίτερη μεθοδολογία για να την κάνουν. Κωδικοποιούν τα σημεία των ειδικών που τους ενδιαφέρουν περισσότερο με "Κάπα", όπως γίνεται και στις στροφές μια πίστας, Κ1, Κ2, Κ3. Μετά, έχουν συνεχή πληροφόρηση για τις αλλαγές στα πατήματα της ειδικής από τους ανθρώπους υποστήριξης που έχει η ομάδα, συν την επιτόπου επιβεβαίωση των "παλουκοφόρων". Και πάλι, όπως ο Meo που το Σάββατο ξεκίνησε αγχωμένος κι ήταν ακόμα πιο αρκουδιάρης στην οδήγηση απ’ ότι συνήθως, είχε δύο πτώσεις μέσα σε ειδικές. Αυτό κοστίζει πολλές θέσεις όταν οι μνηστήρες για την νίκη σε κάθε κατηγορία είναι πάνω από πέντε, μερικές φορές και στο ίδιο δευτερόλεπτο...

Είδα αρκετά περάσματα στην αρχή της ειδικής extreme, όπου οι enduro aliens προτιμούσαν να πηδήξουν ευθεία το ρέμα, περνώντας ανάμεσα από δυο πλατάνια και σκάζοντας στις πέτρες απέναντι, παρά να χάσουν χρόνο στρίβοντας δεξιά και μετά αριστερά, κάτω και πάνω, μέσα στις βρεγμένες κροκάλες. Για το πρώτο και το δεύτερο πέρασμα το πάτημα απογείωσης ήταν καλό, μετά όμως έφτιαξε λούκι και δεν ήταν εύκολο να πηδήξουν ούτε τόσο μακριά ούτε τόσο ψηλά όσο θα ήθελαν. Το αποτέλεσμα ήταν αρκετές πτώσεις, στις οποίες οι άτιμοι δεν άφηναν με τίποτα το τιμόνι, άσχετα αν είχαν κοπανήσει το κράνος τους σε βραχάκι ή είχαν φύγει με τα πόδια ψηλά κι είχαν καταλήξει μπροστά από το πεσμένο μηχανάκι. Το θέμα ήταν να μην σβήσει, και χάσουν κι άλλο χρόνο... Ένας από αυτούς που έπεσαν, Πορτογάλος αναβάτης, χτύπησε μια θεατή που καθόταν πίσω από τα πανό, σε επικίνδυνο όμως σημείο, ευθεία απέναντι από το σημείο απογείωσης. Προς τιμήν του, μόλις τερμάτισε την ειδική έτρεξε σχεδόν εκατό μέτρα μπρος πίσω, κι ήρθε να ζητήσει συγνώμη: "I’m very sorry, very sorry…", για να φύγει μετά ξανά τρέχοντας και να συνεχίσει τον αγώνα του.
Ήταν μαγικό να παρακολουθεί κανείς, κι όχι μόνο τους καταξιωμένους παγκόσμιους, αλλά και τους αναβάτες της κατηγορίας Youth, δεκάξι ως δεκαοκτώ ετών, με τα 125 τους. Οι καλοί από αυτούς έκαναν και χρόνους μέσα στην δεκάδα γενικής (!), οδηγώντας αέρινα στα πιο δύσκολα κομμάτια των ειδικών. Σκεφτείτε εδώ, πως με δεκάξι ειδικές κάθε μέρα, και επτά ως οκτώ ώρες οδήγησης σε τερέν καθαρά εκτός δρόμου, για να μπορείς να ορμάς μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο ειδικής της δεύτερης μέρας, η αντοχή που απαιτείται τους κατατάσσει αυτόματα σε κατηγορία κορυφαίων αθλητών. Ακόμα και οι 16χρονοι πιτσιρικάδες είναι alien, όχι μόνο ο Marquez κι όσοι τον κυνηγούν στα MotoGP. Από κει και πάνω, προς το καλύτερο, άστο... Μιλάμε για υπεραθλητές. Εννιά παρά είκοσι το Σάββατο το βράδυ ο Seistola πήγε για ύπνο στο δωμάτιό του...

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια τάση απαξίωσης του enduro, με αφορμή την συμμετοχή πρώην αναβατών motocross, με βάση ίσως θεωρητική και απόλυτη προσέγγιση που δεν δέχεται την μετακίνηση αναβατών από το ένα άθλημα στο άλλο. Οι περισσότεροι από τους κορυφαίους αναβάτες των τελευταίων χρόνων προέρχονται από το χώρο του motocross, κι αυτό είναι γεγονός. Επίσης γεγονός είναι πως δεν είναι όλοι οι μοτοκροσάδες επιτυχημένοι στο enduro, όπως δεν είναι και εύκολη η μετάβασή τους στο enduro. Οι ίδιοι οι αγώνες enduro, απαιτούν ένα σπάνιο συνδυασμό προσόντων, ταχύτητας, αντοχής και διαφορετικής ματιάς στο έδαφος που κινούνται. Γεγονός επίσης είναι, πως από παλιά, αν ήθελες να διακριθείς στο enduro θα έπρεπε να κάνεις και motocross, αγώνες και προπονήσεις, και πως αυτοί οι αναβάτες έχουν ανεβάσει κατά πολύ το επίπεδο, πολύ περισσότερο από το να είχαν συνεχίσει να γίνονται οι αγώνες με συμμετέχοντες που έχουν κάνει μόνο enduro στη ζωή τους. Υπάρχουν όμως κι άλλα κίνητρα, οικονομικά. Είναι πολύ δύσκολο για έναν αναβάτη motocross να βρει ανταγωνιστική ομάδα στο παγκόσμιο, στην οποία θα πληρώνεται αντί να πληρώνει, σε σχέση με το enduro. Οπότε, είναι και βιοποριστικοί οι λόγοι, ή τουλάχιστον, αυτοί οι αναβάτες καταφέρνουν να συνεχίζουν να αγωνίζονται σε κορυφαίο επίπεδο, αντί να πληρώνουν για να συμμετέχουν στο παγκόσμιο motocross. Δείτε το κι αντίστροφα: Για να τα καταφέρεις στο enduro, πρέπει ήδη να είσαι πρωταθλητής motocross στη χώρα σου και με θητεία στη δεκάδα του παγκοσμίου, και κατόπιν να μάθεις και μια νέα τέχνη. Κι αυτό μάλλον κάνει τους εντουράδες πιο πολυτάλαντους και ολοκληρωμένους αναβάτες.