Editorial 565 - John, Hans, Max και Fritz…

x
Από το

motomag

1/12/2016

Μπορεί κανείς να φανταστεί μοτοσυκλέτες χωρίς λάστιχα, χωρίς ρουλεμάν, χωρίς ατσάλινους σωλήνες, χωρίς αλυσίδες; Εντάξει, μερικές δεν έχουν τελική μετάδοση με αλυσίδα, αλλά όλο και κάποια θα έχουν κρυμμένη στον κινητήρα τους. Για αυτά τα καίρια κομμάτια κάθε μοτοσυκλέτας, έχουμε να ευχαριστήσουμε συγκεκριμένους ανθρώπους, αλλά και τα ποδήλατα! Καθώς η μοτοσυκλέτα δεν είναι παρά μια φυσική εξέλιξη του ποδηλάτου, με την προσθήκη κινητήρα, μερικές εφευρέσεις του 19ου αιώνα εξελίχθηκαν για τα ποδήλατα ή βρήκαν εκεί πρώτα εφαρμογή, πριν περάσουν στις μοτοσυκλέτες. Ειδικά στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η βιομηχανική ανάπτυξη έκανε τις τεχνολογικές καινοτομίες να οργιάσουν, κι αυτό δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την γέννηση των μοτοσυκλετών. Εξάλλου, πολλές μάρκες μοτοσυκλετών ξεκίνησαν από αντίστοιχες ποδηλάτων. Τι εποχή θα ήταν αυτή για να ζει κανείς, αν βέβαια είχε την οικονομική δυνατότητα για να μπορέσει να απολαύσει τους καρπούς των τεχνολογικών εξελίξεων... Μέσα σε λίγα χρόνια, μόνο και μόνο η δυνατότητα χερσαίας μετακίνησης πέρασε από το άλογο και την άμαξα στην μοτοσυκλέτα και το αυτοκίνητο. 

Όπως πάντα, ήταν και θέμα συγχρονισμού. Κάποιες εφευρέσεις ήρθαν στον κατάλληλο χρόνο ώστε να είναι εφικτή η παραγωγή και η εφαρμογή τους, επιτρέποντας με την σειρά τους τον συνδυασμό τους σε πρωτοποριακά μέσα μετακίνησης και διασκέδασης. Εφευρέτες προσπαθούσαν να δώσουν λύσεις σε προβλήματα της εποχής τους, αλλά μερικές φορές οι τεχνολογικές τους λύσεις δεν ήταν εφαρμόσιμες σε ευρεία κλίμακα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν του Robert Thomson (1822 – 1873), που είναι και ο πρώτος εφευρέτης του πνευματικού ελαστικού, του φουσκωτού δηλαδή! Το σκέφτηκε σαν βελτίωση της κύλισης και της άνεσης για τις ιππήλατες άμαξες, και σ’ αυτόν χρωστάμε την έννοια βουλκανισμός και βουλκανιζατέρ. Το 1839, πρόσθεσε θείο σε φυσικό λάστιχο για να το κάνει ελαστικό αλλά όχι κολλώδες. Κατασκεύασε κιόλας τέτοια ελαστικά για άμαξες (με την "σαμπρέλα" του από μέσα και δέρμα απ’ έξω), ήταν όμως πολύ ακριβά για να παραχθούν μαζικά. Η πατέντα του ξεχάστηκε, μέχρι που ένας Σκωτσέζος κτηνίατρος, ο John Boyd Dunlop (1840–1921), συνδύασε ύφασμα Arbroath για πανιά πλοίων με Ινδικό κόμμι (αυτό που λέμε καουτσούκ, βγαίνει από ένα είδος φίκου), κατασκευάζοντας το πρώτο φουσκωτό ελαστικό χωρίς να γνωρίζει τις προγενέστερες προσπάθειες του Thomson. To δοκίμασε στον εμπρός τροχό του ποδηλάτου του γιου του, το 1887. Δυο χρόνια αργότερα βγήκε σε μαζική παραγωγή, ακριβώς την σωστή περίοδο: Η νέα εφεύρεση δεν θα χρησίμευε μόνο για τα ποδήλατα, αλλά και για τις μοτοσυκλέτες και τα αυτοκίνητα που θα γνώριζαν αλματώδη ανάπτυξη λίγα χρόνια μετά. Κι ο Dunlop, στην ουσία, μια σαμπρέλα κι ένα πρωτόγονο λάστιχο έφτιαξε αρχικά, έγκλειστη μέσα σε ένα "μανίκι" από καραβόπανο που στερεώνονταν στη ζάντα με κορδονέτα, κι είχε κολλημένο ένα προστατευτικό πέλμα από καουτσούκ επάνω του. Η αρχική τους εφαρμογή στα ποδήλατα βελτίωσε κατά πολύ τις επιδόσεις τους στους αγώνες, αλλά και την άνεση στην καθημερινή χρήση.    

Η εφεύρεση της αλυσίδας με την μορφή που την ξέρουμε σήμερα έλυσε το θέμα της μετάδοσης κίνησης στα ποδήλατα, αλλά και το θέμα των σχέσεων μετάδοσης. Όταν τα πετάλια ήταν κατ’ ευθείαν στον εμπρός τροχό, αυτός έπρεπε να είναι τεράστιος για να μπορεί το ποδήλατο να αναπτύξει μια στοιχειώδη ταχύτητα. Η εφεύρεση του Ελβετού Hans Renold έλυσε αυτά τα θέματα, και σ’ αυτόν χρωστάμε την μετάδοση κίνησης με αλυσίδα και γρανάζια. Αρχικά, χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να γίνει κοινός τόπος στις μοτοσυκλέτες, αφού οι δερμάτινοι ιμάντες που χρησιμοποιούνταν ταίριαζαν καλύτερα στις πρωτόλειες μοτοσυκλέτες της εποχής, που δεν είχαν συμπλέκτη, κι έτσι τον ρόλο του έπαιζε η ολίσθηση του δερμάτινου ιμάντα στα καρούλια του. Η αλυσίδα, βλέπετε, δεν μπορούσε να πατινάρει στα δόντια των γραναζιών της! Γρήγορα όμως αυτά τα θέματα λύθηκαν, και η εφεύρεση που είχε κάνει το 1880 δίνοντας στην αλυσίδα την σημερινή μορφή της με τα κυλινδράκια, εξακολουθεί να μας κινεί. Φανταστείτε πως πριν το 1900 είχαν γίνει και δοκιμές με αυτολιπαινόμενες αλυσίδες, αλλά η πρακτική τους εφαρμογή θα ερχόταν με τις o-ring, πολύ αργότερα. Στον ίδιο τον Hans Renold που είχε εγκατασταθεί από 21 ετών στην Αγγλία, χρωστάμε και την σημερινή μορφή των γραναζιών κίνησης, όπως και το σχέδιο της ασφάλειας αλυσίδας. Ο ίδιος επίσης έκανε τις πρώτες δοκιμές για κάπως μεγαλύτερες αλυσίδες το 1916, αυτές που σήμερα ξέρουμε ως ερπύστριες. Η παραγωγή ειδικών για μοτοσυκλέτες αλυσίδων ξεκίνησε από τον ίδιο το 1918. Αν και μπορούσε να κατοχυρώσει πατέντα, προτίμησε να αφήσει όποιον ήθελε να παράγει αλυσίδες.

Την ίδια περίοδο στα τέλη του 19ου αιώνα, οι αδελφοί Max και Reinhard Mannesmann παρουσίασαν στην Γερμανία μια διαδικασία παραγωγής ατσάλινων σωλήνων χωρίς ραφή. Διαδικασίες κατασκευής σωλήνων υπήρχαν από το 1825, αλλά ήταν με ραφές και σχεδόν ποτέ εντελώς κυλινδρικοί ή ευθείς. Χωρίς την πατέντα των αδελφών Mannesmann, δεν θα είχε φτιαχτεί κανένα πλαίσιο χωροδικτύωμα, ούτε καν ένα απλό πλαίσιο ποδηλάτου: Η ονομασία "diamond frame", που ακόμα χρησιμοποιείται για να περιγράψει πλαίσια μοτοσυκλετών, προήλθε από τα ποδήλατα λόγω του ρομβοειδούς σχήματος του πλαισίου τους, που μεταφέρθηκε αυτούσιο σχεδόν στις πρώτες μοτοσυκλέτες. Οι ίδιοι έφτιαξαν το 1912 τους πρώτους σωλήνες από ανοξείδωτο ατσάλι, και η εταιρία τους υπάρχει ακόμα, ως Salzgitter Mannesmann Stainless Tubes.

Αφαιρέστε από μια μοτοσυκλέτα τα ρουλεμάν της, και θα διαλυθεί. Οι τροχοί δεν θα γυρίζουν, το τιμόνι δεν θα στρίβει, ο κινητήρας δεν θα λειτουργεί, το κιβώτιο επίσης. Η βασική ιδέα των ρουλεμάν είναι τόσο παλιά όσο και οι ξύλινοι κύλινδροι κάτω από πλοία ή ογκόλιθους, χιλιάδες χρόνια πριν. Αλλά για να γίνει πραγματικότητα και να βρει χιλιάδες εφαρμογές το γνωστό μας ρουλεμάν, χρειάστηκε η εξυπνάδα του επίσης Γερμανού Friedrich Fischer, που κατάφερε να βγάλει σε μαζική παραγωγή απόλυτα σφαιρικές ατσάλινες μπίλιες το 1883, κι έφτασε σε ακρίβεια 0,00012 του χιλιοστού το 1892!  Η εταιρία που ξεκίνησε ο ίδιος υπάρχει ακόμα ως Fischers Aktien-Gesellschaft, η γνωστή FAG. Μάλλον δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε για τα οφέλη των ρουλεμάν, και το πως έκαναν πιο αποδοτικές και ακριβείς παντός είδους μηχανές. Και μοτοσυκλέτες.

Κάτι τέτοιους τύπους χρειάζεται να θυμόμαστε που και που, μουσάτους, με αυστηρό βλέμμα, με κοιλιά, αυτούς τους εφευρέτες – βιομήχανους του δέκατου ένατου αιώνα. Η εποχή τους ήταν μια μεγάλη χύτρα με μαγικό φίλτρο: Μέσα του ρίχνονταν διάφορα τυχαία συστατικά, αλλά συνδυάζονταν με έναν μοναδικό τρόπο για να δώσουν εφευρέσεις που απολαμβάνουμε ακόμα και σήμερα. Ελπίζω να μην γίνουν κάποια μέρα όλες οι μοτοσυκλέτες ηλεκτρικές και να πρέπει να γράψω για την μπαταρία της Βαγδάτης, έτσι για να πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή...

editorial 540 - ό,τι επιθυμείς!

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

31/10/2014

 

Δεν είναι τα 300 άλογα. Δεν είναι ότι από αύριο θα βγούμε όλοι και θα πηγαίνουμε με 350. Δεν είναι καν ότι κάποιος από μας χρειάζεται ντε και καλά 300 άλογα. Αυτό όμως που χρειάζεται ο κόσμος της μοτοσυκλέτας είναι ένα ξυπνητήρι. Και είναι η Kawasaki που αποφάσισε να το φτιάξει.

Γιατί καλές είναι όλες αυτές οι μοτοσυκλέτες που χρειαζόμαστε, καλά τα λογικά βασικά μεταφορικά μέσα, καλές οι πολύ οικονομικές αλλά άχρωμες και άοσμες, έχουν όμως ένα μεγάλο μειονέκτημα: Κανείς δεν ενθουσιάζεται μαζί τους, όσο κι αν κάνει την δουλειά του. Χρόνια τώρα διαμαρτυρόμαστε και κουνάμε θλιμμένοι το κεφάλι, γιατί στην ουσία ο μύθος της μοτοσυκλέτας έχει πάρει πολύ νερό, ε, και πως να είναι διαφορετικά όταν οι μοτοσυκλέτες έγιναν είδος μαζικής κατανάλωσης; Μοιάζει να έγινε ξαφνικά, αλλά στην πραγματικότητα τα είκοσι τελευταία χρόνια με την τεχνολογική εξέλιξη των μοτοσυκλετών, όλοι και η γιαγιά μου μαζί ανακάλυψαν πως μπορούσαν να οδηγήσουν μία. Πρόοδος στα ελαστικά, στα φρένα, στα ηλεκτρονικά του κινητήρα, στα ABS, να και traction control, να και όλα τα ηλεκτρονικά control που μπορεί κανείς να φανταστεί, κι ευτυχώς, γιατί σώθηκε πολύ κόσμος. Το θέμα είναι πως όσο περισσότερο ασφαλείς γίνονται οι μοτοσυκλέτες, τόσο πιο δύσκολο είναι να γίνουν μύθοι. Φτάσαμε σε ένα σημείο που η αίσθηση που παίρνεις όταν οδηγείς έχει απομακρυνθεί πολύ από τα ανθρώπινα δεδομένα, καθώς γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ταυτιστεί ο αναβάτης μαζί της, αφού νιώθει πια πως δεν είναι και τόσο απαραίτητη η δική του συμβολή στο θέμα οδήγηση. Με άλλα λόγια, πιο πολύ μας πάνε, παρά τις πάμε. Μ’ αυτά και με τ’ άλλα, οι superbike εξειδικεύτηκαν απόλυτα για πίστα, τόσο που δεν φαίνεται να έχει και πολύ νόημα να τις οδηγείς στο δρόμο. Κάτι σαν να κυνηγάς σπουργίτια με κανόνι ένα πράμα.

Κάπου εκεί, να και κάτι οικονομικές κρίσεις λέει, να και κάτι όψιμες οικολογικές ανησυχίες για το αν θα καίνε 4,5 ή 5 λίτρα στα εκατό, είχαμε γεμίσει από εξαιρετικές αλλά βαρετές μοτοσυκλέτες. Και κακά τα ψέματα, οι υπερμοτοσυκλέτες πάντα έπαιζαν τον ρόλο των προβολέων ενός σταδίου: Φωτίζουν τον χώρο που παίζουν οι άλλες. Δημιουργούν την αίγλη και τον μύθο, πυροδοτούν συζητήσεις, η δόξα τους αντανακλάται σε όλη την γκάμα της εταιρίας. Πόσο όμως να συζητήσεις για ηλεκτρονικά και "τι σου κάνει εσένα η δικιά σου στο mode 2, level 3 του traction control;" Χάθηκαν οι συζητήσεις και οι αναφορές σε βασικές αισθήσεις, που όλοι μπορούν να καταλάβουν και να ενθουσιαστούν.  Χάθηκαν τα ελαττώματα και οι υπερβολές που ήταν το αλάτι στο φαΐ της μοτοσυκλέτας.

Όταν κάτσει κανείς και σκεφτεί ποιες μοτοσυκλέτες έγιναν θρύλοι, συνήθως ήταν αυτές που γέμιζαν τα νεκροταφεία, ή για να μην είμαστε τόσο μακάβριοι, αυτές που ήταν εντελώς αντι-κοινωνικές, αντι-ασφαλείς, αντι-οικονομικές, όλα τα αντί. Ακόμα συζητιούνται τα τρικύλινδρα δίχρονα της Kawasaki, που ακόμα και το Mach IV 750, γνωστό κι ως Η2, είχε μόνο 74 αλογάκια για 200 κιλά, με καλαμάκια πιρουνιού σαν καλαμάκια φραπέ, με αμορτισέρ που είχαν μόνο ελατήρια, με πλαίσιο που ίσα ίσα κράταγε όλα τα εξαρτήματα πάνω του. Κι όμως, οι αναβάτες έτρεχαν μαζικά τότε στις εκθέσεις για να το δουν (τουλάχιστον στις ΗΠΑ, γιατί εδώ ελάχιστοι μπορούσαν να το αγοράσουν), και λόγω του σλόγκαν της διαφήμισής του ("... μια επιτάχυνση που κανείς αναβάτης δεν έχει ξανανιώσει") και λόγω της φήμης του, που διαδόθηκε αστραπιαία από όσους το οδήγησαν. Λογικά, με τέτοια φήμη του στυλ "το πιθανότερο είναι ή να φύγεις από πάνω του όταν ροπιάσει, ή να σε πετάξει κάτω όταν πλαγιάσει", κανείς δεν θα ήθελε να το πλησιάσει, κι όμως συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Κι όμως, το Mach III 500 ήταν πολύ πιο απότομο κι ατίθασο, το Mach IV 750 ήταν πολύ πιο "γλυκό", τουλάχιστον συγκριτικά. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η απόφαση της Kawasaki να χρησιμοποιήσει ακριβώς τις ίδιες εκφράσεις, "κανείς δεν έχει ξανανιώσει τέτοια επιτάχυνση", για την νέα της H2R, και να της δώσει και το ίδιο όνομα με την αγωνιστική έκδοση του αερόψυκτου δίχρονου 750. Είναι σαφές πως απευθύνεται σε βασικές αισθήσεις, σε βασικά ένστικτα του ανθρώπου, αντί να προσπαθεί να ικανοποιήσει κάποια ορθολογιστικά και ασαφή κριτήρια.

 

Ακόμα και στην προ-ιαπωνική εποχή, οι μοτοσυκλέτες που έμειναν στην ιστορία είναι κάτι Gold Star, κάτι Vincent, κάτι Brough Superior, που όλες τους ήταν φτιαγμένες για τους κάγκουρες της εποχής που τις τελίκιαζαν σε κάθε ευκαιρία και μούσκευαν τα βρακιά τους όταν ξεπερνούσαν ταχύτητες που τα σημερινά 250 καθημερινής χρήσης φτάνουν άνετα.  Έφτιαξαν και κάτι τρικύλινδρα που τόσο γρήγορα τους φαίνονταν που τα ονόμασαν Rocket, και χάρηκαν για λίγο μέχρι που η Honda έβγαλε το δικό της τετρακύλινδρο 750, που και πύραυλος ήταν (και πάλι με εβδομήντα-κάτι αλογάκια!) και δούλευε για δεκαετίες χωρίς να χάνει λάδια. Η Κawasaki ετοίμαζε κι αυτή τότε το δικό της 750, αλλά την πρόλαβε η Honda και για να μην δείξει πως ακολουθεί, το μεγάλωσε σε 900. Πιο πολλά κυβικά, πιο πολλά γκάζια κι ένας κυβισμός που δεν είχαμε δει μέχρι τότε, ξεκίνησαν ένα κεφάλαιο επιδόσεων που κράτησε για δεκαετίες και εξελίχθηκε σε Ninja. Tα αερόψυκτα μπορεί να είχαν μεγαλώσει σε καρχαρίες 1100 και να κρατούσαν ξάγρυπνους τους νοικοκυραίους τα βράδια, αλλά τα λιγότερα μεν, υγρόψυκτα δε 900 κυβικά της GPz900R ξεκίνησαν μια άλλη μάχη, αυτή της τελικής. Παράλληλα όμως με τις τελικές, ανέβαιναν και τα κιλά, αφαιρώντας από την αίσθηση επιτάχυνσης, και δίνοντας περισσότερο βάρος στο μάζεμα χιλιομέτρων. Το αποκορύφωμα και το κύκνειο άσμα αυτής της, εεε, φιλοσοφικής προσέγγισης στο θέμα μοτοσυκλέτα, ήρθε με την ZX-12R, την πιο γρήγορη σε τελική που μετρήσαμε ποτέ στο ΜΟΤΟ, με 312 πραγματικά χιλιόμετρα. Ο πλανήτης όμως είχε γίνει πια πολύ πυκνοκατοικημένος, και μια τέτοια μάχη δεν είχε μέλλον. Και πριν οι μπαμπούλες της ασφάλειας προλάβουν να επέμβουν νομοθετικά, οι κατασκευαστές έκαναν "συμφωνία κυρίων", εθελοντικά δηλαδή περιόρισαν ηλεκτρονικά την τελική των μοτοσυκλετών στα 299. Φυσικά, τίποτα το διαφορετικό δεν συμβαίνει στα 301 σε σχέση με τα 299, το νόημα όμως ήταν πως ο ανταγωνισμός σε αυτό το πεδίο ήταν πια νεκρός, οπότε μ’ ένα σμπάρο, πολλά τρυγόνια. Απ’ τη μια οι εταιρίες έδειχναν προς τα έξω (δηλαδή, προς τους μη μοτοσυκλετιστές) ένα πρόσωπο τάχαμου κοινωνικής ευαισθησίας, κι απ’ την άλλη, ξέμπλεξαν από μια υπόθεση που απαιτούσε όλο και περισσότερους πόρους, πολύ ακριβή, που τα αποτελέσματά της ελάχιστοι μπορούσαν να απολαύσουν, σε ελάχιστες περιπτώσεις. Λογικά, ήταν μια ουτοπική μάχη, καθώς όλο και μεγαλύτερη ιπποδύναμη απαιτούνταν για να ανέβουν ελάχιστα τα χιλιόμετρα. Και που να τα δεις πια αυτά τα νούμερα στο κοντέρ σου; Ούτε καν στις autobahn πια, έχουν και κίνηση και όρια σχεδόν παντού.

 

Επαναπαύτηκαν όμως, είπαν ούφ, γλιτώσαμε απ’ τον μπελά, ας παίξουμε τώρα το παιχνιδάκι της ασφάλειας, είναι ένας καλός τρόπος για να πουλήσουμε περισσότερες μοτοσυκλέτες, αφού θα απευθυνόμαστε πια και σε όλους αυτούς που τις φοβόντουσαν. Αμ δε! Μόλις έφυγε αυτό το στοιχείο του κυνηγιού της τελικής, που ήταν άλλωστε εντελώς παράνομο στο 99,99% των δρόμων του πλανήτη, οι πωλήσεις δεν αυξανόντουσαν πια, αλλά άρχισαν να κάνουν μια σταθερή βουτιά: Είχαν ξεχάσει να αντικαταστήσουν τις τελικές με κάτι άλλο, πιο χειροπιαστό, πιο άμεσο, κάτι που την εμπειρία του θα μπορούσε να την έχει ο καθένας, καθημερινά.  Ήλπιζαν, για πολλά χρόνια, πως την μαγεία της παρανομίας και του κυνηγιού των τελικών στους ανοιχτούς δρόμους θα αντικαθιστούσε η οδήγηση στις πίστες, οπότε έριξαν το βάρος εκεί. Όμως, η οδήγηση σε πίστα δεν είναι κάτι που μπορείς να κάνεις κάθε μέρα, έχει πρόσθετα έξοδα, κι επιπλέον απαιτεί αυξημένες οδηγικές ικανότητες γιατί τα χρονόμετρα, όπως και οι υπόλοιποι που γυρνάνε στην πίστα, ξέρουν πολύ καλά ποιος πάει γρήγορα και ποιος όχι. Το βάρος, σ’ αυτή την περίπτωση, η ευθύνη αν θέλετε, μετατοπίζεται έτσι από την μοτοσυκλέτα στον αναβάτη. Δεν μπορείς να έχεις "την πιο γρήγορη", γιατί στην πίστα η πιο γρήγορη είναι αυτή που ο αναβάτης της την πάει γρήγορα. Τζίφος. Κανείς δεν θέλει να του θυμίζουν πως εκείνος φταίει, πως θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο.  Η αίσθηση όμως, ααα, η αίσθηση δεν είναι κάτι μετρήσιμο. Μπορούμε να φανταστούμε κάποιον στην Kawasaki να προσπαθεί να βρει μια νέα κατεύθυνση, αφού αυτή της τελικής είχε κλείσει προ πολλού, και να τρίβει το πιγούνι του πριν αναφωνήσει "Χάι! Αξελερέισον! Χόρσ-πάουερ!". Αλλά φυσικά δεν έγινε έτσι. Καιρό το μελέταγε η Kawasaki το θέμα κομπρέσορας, κι είχαν βγει κάτι φήμες πως θα τον έβαζε σε ΖΖ-R 1400, γιατί κανείς δεν φανταζόταν πως η Kawasaki – μοτοσυκλέτες θα έβαζε όλη την Kawasaki – Heavy Industries να δουλεύει νύχτα μέρα, για να φτιάξει το απόσταγμα της τεχνολογίας της. Οι περισσότεροι από τους μηχανολόγους των άλλων τμημάτων δεν θα είχαν ποτέ ασχοληθεί με τόσο μικρά και λεπτά ζητήματα. Ο κύριος κινητήρες jet δεν είχε σκεφτεί ποτέ πως θα μπορούσαν να φτιαχτούν τόσο μικρά πτερυγιάκια κι ο κύριος πενταόρωφοι 18κύλινδροι κινητήρες πλοίων δεν φανταζόταν πως θα ασχοληθεί με φαινόμενα προανάφλεξης σε κάτι κυλινδράκια σαν κουτάκια αναψυκτικού.

 

Δεν έχει σημασία αν η H2R γίνει εμπορική επιτυχία ή όχι. Φυσικά καλό θα ήταν για την Kawasaki, κι είμαι σίγουρος πως οι ευθείες των dragster θα στενάξουν, όπως και κάθε μορφής ευθεία. Πριν ακόμη όμως πουληθεί έστω και μία, η H2R έχει ήδη την μεγαλύτερη επιτυχία και αντίκτυπο. Το σημαντικό είναι πως η Kawasaki τόλμησε να ταράξει τα στάσιμα νερά, να ανοίξει το δρόμο σε μοτοσυκλέτες συναρπαστικές, σε πιθανότητες ατελείωτες, να ξυπνήσει και τους άλλους κατασκευαστές και να τολμήσουν κι εκείνοι να εξερευνήσουν νέους δρόμους, σε κάθε κατηγορία. Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια, κι η Kawasaki τρελή δεν είναι, ούτε μικρή, κι όμως, μας θύμισε την αλήθεια, πως μοτοσυκλέτα χωρίς τρέλα και πάθος δεν έχει νόημα, μόνο με ορθολογισμό δεν έχει ψυχή. Οι μύθοι δεν δημιουργούνται από μοτοσυκλέτες που "χρειάζεσαι", αλλά από μοτοσυκλέτες που επιθυμείς σαν τρελός, που στοιχειώνουν τα όνειρά σου. Άλλωστε, όταν ευχόμαστε σε κάποιον, δεν του λέμε "ό,τι χρειάζεσαι", "ό,τι επιθυμείς" του λέμε.