Editorial 573 - Μια στιγμή, έξι ώρες

x
Από το

motomag

1/8/2017

Ακόμα κι από τα πιο ωραία ταξίδια, λίγες στιγμές είναι αυτές που θα μείνουν για πάντα. Όταν στις παρέες λένε ιστορίες, φάσεις που κράτησαν δευτερόλεπτα γίνονται ολόκληρες αφηγήσεις. Όταν ρωτήσεις κάποιον, πες μου την καλύτερη φάση που έχεις ζήσει με μοτοσυκλέτα, το πιο πιθανό είναι να ξεκινήσει από κάτι πολύ γενικό, “είχαμε πάει ένα ταξίδι…”, αλλά μόλις αρχίσει να λέει γιατί θυμάται αυτό το ταξίδι, θα περιγράψει ένα σκηνικό εξαιρετικά σύντομο σε διάρκεια, ή δυό-τρία αντίστοιχα σύντομα περιστατικά. Αυτά είναι που καθορίζουν και το πώς θα θυμάσαι όλη την βόλτα, την εκδρομή, το ταξίδι. Αυτά είναι που μένουν, κι όχι τα χιλιόμετρα όπου απλώς κινείσαι χωρίς να συμβαίνει κάτι το ιδιαίτερο.

 

Γι’ αυτές τις στιγμές οδηγούμε μοτοσυκλέτα. Γι’ αυτά τα μικρά κομματάκια του τώρα, όταν ήμαστε τυχεροί να τα ζήσουμε. Γιατί υπάρχει και μια μεγάλη παγίδα, που δεν μας αφήνει να ζήσουμε στο παρόν: Να ασχολούμαστε με το παρελθόν ή το μέλλον, κι οι στιγμές της πραγματικής ζωής να περνάνε απαρατήρητες. Όταν έρχονται όμως, όταν καταφέρνουμε να τις ζήσουμε και να τις απολαύσουμε, η ανάμνησή τους μένει για πάντα, κι εκείνη την ώρα, άντε και για λίγο ακόμα, είμαστε ευτυχείς, είμαστε ελεύθεροι. Τι μ’ έπιασε τώρα καλοκαιριάτικα και τα σκέφτομαι αυτά; Διάβασα μια δήλωση του Rossi, που αποκαλύπτει γιατί κάνει αυτό που κάνει, γιατί συνεχίζει να τρέχει, γιατί τελικά κι εμείς οδηγούμε μοτοσυκλέτα. Και δεν είναι το προφανές. Δεν συνεχίζει να τρέχει ούτε για να κάνει τα πρωταθλήματά του δέκα, ούτε για να μαζέψει τις πιο πολλές νίκες, ούτε για να βγάλει κι άλλα λεφτά. Το κάνει με στόχο να ζήσει ακόμα μια φορά εκείνη την στιγμή που τον φτιάχνει περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο:

 

“Tο παρελθόν και τα ρεκόρ δεν μετράνε και τόσο πολύ. Ζω το τώρα, ζω τη στιγμή. Ο λόγος που δουλεύω κάθε μέρα και που αγωνίζομαι είναι για να γευτώ αυτές τις 5-6 ώρες μετά την νίκη. Είναι δύσκολο να περιγράψω την έκρηξη των συναισθημάτων όταν περνάω πρώτος την γραμμή του τερματισμού. Είναι ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί. Κι αυτό το συναίσθημα συνεχίζει να υπάρχει μέχρι που να πας στο κρεβάτι ευτυχισμένος. Την Δευτέρα το πρωί ξυπνάς κι είναι μια καινούργια μέρα.”

 

Μετά από εννιά τίτλους, 115 νίκες και 225 θέσεις στο βάθρο μέσα σε 20 χρόνια και 313 μέρες στα GP, ο Rossi κέρδισε στο Assen, κι είχε ένα χρόνο να γευτεί αυτό το συναίσθημα. Η πρώτη του νίκη σε GP ήταν στις 18 Αυγούστου του ’96 στο Brno με Aprilia RS125R, αν μετράμε μόνο αυτές σε κορυφαίο επίπεδο, κι όχι όλες της καριέρας του. Γεννημένος Φεβρουάριο του ’79, με πατέρα αγωνιζόμενο και μάνα που φοβόταν για το γιό της, δεν ξεκίνησε με μηχανάκια, αλλά με καρτ. Πήρε το τοπικό πρωτάθλημα καρτ το ’90, και την επόμενη χρονιά ξεκίνησε να οδηγεί minimoto, κερδίζοντας κι εκεί αγώνες. Φανταστείτε τώρα ένα παιδάκι, να προσπαθεί, να παλεύει, να κερδίζει, πέντε χρονών. Η νίκη είναι η ανταμοιβή του, αυτή που τον δικαιώνει, αυτή που τον ανεβάζει. Και με την λαμπρή πορεία της καριέρας του, είχε όλο το χρόνο για να εθιστεί στην νίκη. Συγκεκριμένα, πάνω από 33 χρόνια! Kι όμως, ακόμα κι όταν παίρνει την δόση του, ακόμα κι όταν κερδίζει τους πολύ νεότερους αντιπάλους του, η ψυχική ανάτασή του κρατάει λίγες ώρες μόνο. Μια στιγμή, λίγες ώρες ευτυχίας. Και για να τις ζήσει ξανά, πέρασε ένας χρόνος, πολύς κόπος, σκληρή δουλειά, απογοητεύσεις, νίκες που έχασε τελευταία στιγμή, πισωγυρίσματα, προσπάθειες για το ιδανικό στήσιμο, ένα σωρό αντίπαλοι ικανοί για νίκη. Στο επίπεδο του Rossi, μόνο η νίκη μπορεί να τον κάνει ευτυχισμένο.

 

Ευτυχώς, για μας τους κοινούς θνητούς τα πράγματα είναι πιο απλά. Φυσικά, οι στιγμές που χαρίζουν ευτυχία δεν έρχονται και σε μας πιο εύκολα, κι ίσως ούτε πιο συχνά. Βοηθάει, αν δημιουργείς ευκαιρίες για να τις ζήσεις. Αν δεν μένεις ακίνητος, αν ζεις. Για έναν μοτοσυκλετιστή, που οδηγώντας την μοτοσυκλέτα του ζει και τέτοιες στιγμές, είναι όση ανταμοιβή χρειάζεται για να συνεχίσει να το κάνει. Αφαιρετικά, μια μοτοσυκλέτα δεν διαφέρει και πολύ από έναν άνθρωπο. Υπάρχουν τα μηχανικά μέρη (μύες, κόκκαλα, όργανα), υπάρχει η χημεία του καυσίμου (και η αντίστοιχη του ανθρώπινου σώματος, από την κατανάλωση ενέργειας ως τις ορμόνες και όποια άλλη χημική ένωση έχει), υπάρχει το ηλεκτρικό σύστημα (και το ανθρώπινο είναι απείρως πιο πολύπλοκο) και η ηλεκτρονική, η κεντρική μονάδα που τα ρυθμίζει όλα (ο εγκέφαλός μας).

Τα συναισθήματά μας ρυθμίζονται από ένα σύνθετο μίγμα χημικών και ηλεκτρισμού. Η ηλεκτρονική μας είναι κάπως βαριά, πάνω από ένα κιλό, κι έχει κάπου 86 δισεκατομμύρια νευρώνες, που μεταφέρουν ηλεκτρικά σήματα. Κάθε νευρώνας κάνει εκατοντάδεις συνάψεις με άλλους γύρω του, και συνολικά υπολογίζεται πως υπάρχουν πάνω από 300 τρισεκατομμύρια συνάψεις. Αυτό το απίστευτο ηλεκτροχημικό δίκτυο μας κάνει ικανούς να νιώθουμε, να έχουμε συναισθήματα. Έξι χημικά είναι κυρίως υπεύθυνα για τις καλές στιγμές που ζούμε: Η ντοπαμίνη (συνδέεται με την ανταμοιβή, την ευχαρίστηση αλλά και τον εθισμό, στις νίκες ας πούμε!) που αν έχεις πολλή χάνεις την επαφή με την πραγματικότητα, αν έχεις λίγη ρισκάρεις χωρίς λόγο. Η νοραδρεναλίνη (ή νορεπινεφρίνη, συνδέεται με το stress και την λήψη αποφάσεων, ανεβάζει την πίεση και τους σφυγμούς, ενισχύει την εγρήγορση του εγκεφάλου και την λήψη αποφάσεων.  Το αμινοβουτυρικό οξύ γάμμα, που είναι ανασταλτικός παράγοντας, μειώνει τις μεταδόσεις των νευροδιαβιβαστών αφήνοντάς τους χρόνο να ανακάμψουν, μειώνοντας το άγχος.  Η σεροτονίνη, που ονομάζεται και ορμόνη της ευτυχίας, είναι το καλύτερο και πιο φυσικό αντικαταθλιπτικό. Η βήτα ενδορφίνη, που παράγεται όταν πονάμε ή ακόμα κι όταν αθλούμαστε ή οδηγούμε μοτοσυκλέτα, ένα φυσικό οπιοειδές με δράση παρόμοια με της μορφίνης, δίνει μια αίσθηση ευτυχίας. Η οξυτοκίνη, η ορμόνη της εμπιστοσύνης ή και της αγάπης, υπάρχει μόνο στα θηλαστικά, συνδέεται με τις ανθρώπινες σχέσεις και την σεξουαλική διέγερση. Αυτά είναι τα βασικά “χημικά” που καθορίζουν το πώς αισθανόμαστε, σ’ αυτά οφείλεται και το χαϊ της νίκης του Rossi αλλά και η απόλαυση των δικών μας μοναδικών στιγμών όταν οδηγούμε την μοτοσυκλέτα μας.

 

Οι περισσότεροι, αν τους ρωτήσεις τι αντιπροσωπεύει η μοτοσυκλέτα γι’ αυτούς, θα απαντήσουν “ελευθερία”, κάτι μάλλον ασαφές που πιθανόν εννοεί την δυνατότητα να κάνεις τις δικές σου επιλογές και να πάρεις τις δικές σου αποφάσεις για το πώς θα ζήσεις την ζωή σου.  Οδηγώντας, βιώνεις μια αίσθηση ελέγχου για την ζωή σου, μέσα σε έναν χαοτικό κόσμο. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να συμβεί ο,τιδήποτε... Τάξη και χάος μαζί – κι εσύ καταφέρνεις να τα ισορροπείς, τις περισσότερες φορές τουλάχιστον, ένας μικρός θεός για λίγες στιγμές, με ανταμοιβή αυτά τα λίγα χημικά των ευτυχισμένων στιγμών. Κι αυτές οι στιγμές είναι ό,τι καλύτερο συμβαίνει στην ζωή μας. Τουλάχιστον σ’ αυτό, είμαστε ίδιοι με τον Rossi.

 

 

 

 

 

editorial 540 - ό,τι επιθυμείς!

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

31/10/2014

 

Δεν είναι τα 300 άλογα. Δεν είναι ότι από αύριο θα βγούμε όλοι και θα πηγαίνουμε με 350. Δεν είναι καν ότι κάποιος από μας χρειάζεται ντε και καλά 300 άλογα. Αυτό όμως που χρειάζεται ο κόσμος της μοτοσυκλέτας είναι ένα ξυπνητήρι. Και είναι η Kawasaki που αποφάσισε να το φτιάξει.

Γιατί καλές είναι όλες αυτές οι μοτοσυκλέτες που χρειαζόμαστε, καλά τα λογικά βασικά μεταφορικά μέσα, καλές οι πολύ οικονομικές αλλά άχρωμες και άοσμες, έχουν όμως ένα μεγάλο μειονέκτημα: Κανείς δεν ενθουσιάζεται μαζί τους, όσο κι αν κάνει την δουλειά του. Χρόνια τώρα διαμαρτυρόμαστε και κουνάμε θλιμμένοι το κεφάλι, γιατί στην ουσία ο μύθος της μοτοσυκλέτας έχει πάρει πολύ νερό, ε, και πως να είναι διαφορετικά όταν οι μοτοσυκλέτες έγιναν είδος μαζικής κατανάλωσης; Μοιάζει να έγινε ξαφνικά, αλλά στην πραγματικότητα τα είκοσι τελευταία χρόνια με την τεχνολογική εξέλιξη των μοτοσυκλετών, όλοι και η γιαγιά μου μαζί ανακάλυψαν πως μπορούσαν να οδηγήσουν μία. Πρόοδος στα ελαστικά, στα φρένα, στα ηλεκτρονικά του κινητήρα, στα ABS, να και traction control, να και όλα τα ηλεκτρονικά control που μπορεί κανείς να φανταστεί, κι ευτυχώς, γιατί σώθηκε πολύ κόσμος. Το θέμα είναι πως όσο περισσότερο ασφαλείς γίνονται οι μοτοσυκλέτες, τόσο πιο δύσκολο είναι να γίνουν μύθοι. Φτάσαμε σε ένα σημείο που η αίσθηση που παίρνεις όταν οδηγείς έχει απομακρυνθεί πολύ από τα ανθρώπινα δεδομένα, καθώς γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ταυτιστεί ο αναβάτης μαζί της, αφού νιώθει πια πως δεν είναι και τόσο απαραίτητη η δική του συμβολή στο θέμα οδήγηση. Με άλλα λόγια, πιο πολύ μας πάνε, παρά τις πάμε. Μ’ αυτά και με τ’ άλλα, οι superbike εξειδικεύτηκαν απόλυτα για πίστα, τόσο που δεν φαίνεται να έχει και πολύ νόημα να τις οδηγείς στο δρόμο. Κάτι σαν να κυνηγάς σπουργίτια με κανόνι ένα πράμα.

Κάπου εκεί, να και κάτι οικονομικές κρίσεις λέει, να και κάτι όψιμες οικολογικές ανησυχίες για το αν θα καίνε 4,5 ή 5 λίτρα στα εκατό, είχαμε γεμίσει από εξαιρετικές αλλά βαρετές μοτοσυκλέτες. Και κακά τα ψέματα, οι υπερμοτοσυκλέτες πάντα έπαιζαν τον ρόλο των προβολέων ενός σταδίου: Φωτίζουν τον χώρο που παίζουν οι άλλες. Δημιουργούν την αίγλη και τον μύθο, πυροδοτούν συζητήσεις, η δόξα τους αντανακλάται σε όλη την γκάμα της εταιρίας. Πόσο όμως να συζητήσεις για ηλεκτρονικά και "τι σου κάνει εσένα η δικιά σου στο mode 2, level 3 του traction control;" Χάθηκαν οι συζητήσεις και οι αναφορές σε βασικές αισθήσεις, που όλοι μπορούν να καταλάβουν και να ενθουσιαστούν.  Χάθηκαν τα ελαττώματα και οι υπερβολές που ήταν το αλάτι στο φαΐ της μοτοσυκλέτας.

Όταν κάτσει κανείς και σκεφτεί ποιες μοτοσυκλέτες έγιναν θρύλοι, συνήθως ήταν αυτές που γέμιζαν τα νεκροταφεία, ή για να μην είμαστε τόσο μακάβριοι, αυτές που ήταν εντελώς αντι-κοινωνικές, αντι-ασφαλείς, αντι-οικονομικές, όλα τα αντί. Ακόμα συζητιούνται τα τρικύλινδρα δίχρονα της Kawasaki, που ακόμα και το Mach IV 750, γνωστό κι ως Η2, είχε μόνο 74 αλογάκια για 200 κιλά, με καλαμάκια πιρουνιού σαν καλαμάκια φραπέ, με αμορτισέρ που είχαν μόνο ελατήρια, με πλαίσιο που ίσα ίσα κράταγε όλα τα εξαρτήματα πάνω του. Κι όμως, οι αναβάτες έτρεχαν μαζικά τότε στις εκθέσεις για να το δουν (τουλάχιστον στις ΗΠΑ, γιατί εδώ ελάχιστοι μπορούσαν να το αγοράσουν), και λόγω του σλόγκαν της διαφήμισής του ("... μια επιτάχυνση που κανείς αναβάτης δεν έχει ξανανιώσει") και λόγω της φήμης του, που διαδόθηκε αστραπιαία από όσους το οδήγησαν. Λογικά, με τέτοια φήμη του στυλ "το πιθανότερο είναι ή να φύγεις από πάνω του όταν ροπιάσει, ή να σε πετάξει κάτω όταν πλαγιάσει", κανείς δεν θα ήθελε να το πλησιάσει, κι όμως συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Κι όμως, το Mach III 500 ήταν πολύ πιο απότομο κι ατίθασο, το Mach IV 750 ήταν πολύ πιο "γλυκό", τουλάχιστον συγκριτικά. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η απόφαση της Kawasaki να χρησιμοποιήσει ακριβώς τις ίδιες εκφράσεις, "κανείς δεν έχει ξανανιώσει τέτοια επιτάχυνση", για την νέα της H2R, και να της δώσει και το ίδιο όνομα με την αγωνιστική έκδοση του αερόψυκτου δίχρονου 750. Είναι σαφές πως απευθύνεται σε βασικές αισθήσεις, σε βασικά ένστικτα του ανθρώπου, αντί να προσπαθεί να ικανοποιήσει κάποια ορθολογιστικά και ασαφή κριτήρια.

 

Ακόμα και στην προ-ιαπωνική εποχή, οι μοτοσυκλέτες που έμειναν στην ιστορία είναι κάτι Gold Star, κάτι Vincent, κάτι Brough Superior, που όλες τους ήταν φτιαγμένες για τους κάγκουρες της εποχής που τις τελίκιαζαν σε κάθε ευκαιρία και μούσκευαν τα βρακιά τους όταν ξεπερνούσαν ταχύτητες που τα σημερινά 250 καθημερινής χρήσης φτάνουν άνετα.  Έφτιαξαν και κάτι τρικύλινδρα που τόσο γρήγορα τους φαίνονταν που τα ονόμασαν Rocket, και χάρηκαν για λίγο μέχρι που η Honda έβγαλε το δικό της τετρακύλινδρο 750, που και πύραυλος ήταν (και πάλι με εβδομήντα-κάτι αλογάκια!) και δούλευε για δεκαετίες χωρίς να χάνει λάδια. Η Κawasaki ετοίμαζε κι αυτή τότε το δικό της 750, αλλά την πρόλαβε η Honda και για να μην δείξει πως ακολουθεί, το μεγάλωσε σε 900. Πιο πολλά κυβικά, πιο πολλά γκάζια κι ένας κυβισμός που δεν είχαμε δει μέχρι τότε, ξεκίνησαν ένα κεφάλαιο επιδόσεων που κράτησε για δεκαετίες και εξελίχθηκε σε Ninja. Tα αερόψυκτα μπορεί να είχαν μεγαλώσει σε καρχαρίες 1100 και να κρατούσαν ξάγρυπνους τους νοικοκυραίους τα βράδια, αλλά τα λιγότερα μεν, υγρόψυκτα δε 900 κυβικά της GPz900R ξεκίνησαν μια άλλη μάχη, αυτή της τελικής. Παράλληλα όμως με τις τελικές, ανέβαιναν και τα κιλά, αφαιρώντας από την αίσθηση επιτάχυνσης, και δίνοντας περισσότερο βάρος στο μάζεμα χιλιομέτρων. Το αποκορύφωμα και το κύκνειο άσμα αυτής της, εεε, φιλοσοφικής προσέγγισης στο θέμα μοτοσυκλέτα, ήρθε με την ZX-12R, την πιο γρήγορη σε τελική που μετρήσαμε ποτέ στο ΜΟΤΟ, με 312 πραγματικά χιλιόμετρα. Ο πλανήτης όμως είχε γίνει πια πολύ πυκνοκατοικημένος, και μια τέτοια μάχη δεν είχε μέλλον. Και πριν οι μπαμπούλες της ασφάλειας προλάβουν να επέμβουν νομοθετικά, οι κατασκευαστές έκαναν "συμφωνία κυρίων", εθελοντικά δηλαδή περιόρισαν ηλεκτρονικά την τελική των μοτοσυκλετών στα 299. Φυσικά, τίποτα το διαφορετικό δεν συμβαίνει στα 301 σε σχέση με τα 299, το νόημα όμως ήταν πως ο ανταγωνισμός σε αυτό το πεδίο ήταν πια νεκρός, οπότε μ’ ένα σμπάρο, πολλά τρυγόνια. Απ’ τη μια οι εταιρίες έδειχναν προς τα έξω (δηλαδή, προς τους μη μοτοσυκλετιστές) ένα πρόσωπο τάχαμου κοινωνικής ευαισθησίας, κι απ’ την άλλη, ξέμπλεξαν από μια υπόθεση που απαιτούσε όλο και περισσότερους πόρους, πολύ ακριβή, που τα αποτελέσματά της ελάχιστοι μπορούσαν να απολαύσουν, σε ελάχιστες περιπτώσεις. Λογικά, ήταν μια ουτοπική μάχη, καθώς όλο και μεγαλύτερη ιπποδύναμη απαιτούνταν για να ανέβουν ελάχιστα τα χιλιόμετρα. Και που να τα δεις πια αυτά τα νούμερα στο κοντέρ σου; Ούτε καν στις autobahn πια, έχουν και κίνηση και όρια σχεδόν παντού.

 

Επαναπαύτηκαν όμως, είπαν ούφ, γλιτώσαμε απ’ τον μπελά, ας παίξουμε τώρα το παιχνιδάκι της ασφάλειας, είναι ένας καλός τρόπος για να πουλήσουμε περισσότερες μοτοσυκλέτες, αφού θα απευθυνόμαστε πια και σε όλους αυτούς που τις φοβόντουσαν. Αμ δε! Μόλις έφυγε αυτό το στοιχείο του κυνηγιού της τελικής, που ήταν άλλωστε εντελώς παράνομο στο 99,99% των δρόμων του πλανήτη, οι πωλήσεις δεν αυξανόντουσαν πια, αλλά άρχισαν να κάνουν μια σταθερή βουτιά: Είχαν ξεχάσει να αντικαταστήσουν τις τελικές με κάτι άλλο, πιο χειροπιαστό, πιο άμεσο, κάτι που την εμπειρία του θα μπορούσε να την έχει ο καθένας, καθημερινά.  Ήλπιζαν, για πολλά χρόνια, πως την μαγεία της παρανομίας και του κυνηγιού των τελικών στους ανοιχτούς δρόμους θα αντικαθιστούσε η οδήγηση στις πίστες, οπότε έριξαν το βάρος εκεί. Όμως, η οδήγηση σε πίστα δεν είναι κάτι που μπορείς να κάνεις κάθε μέρα, έχει πρόσθετα έξοδα, κι επιπλέον απαιτεί αυξημένες οδηγικές ικανότητες γιατί τα χρονόμετρα, όπως και οι υπόλοιποι που γυρνάνε στην πίστα, ξέρουν πολύ καλά ποιος πάει γρήγορα και ποιος όχι. Το βάρος, σ’ αυτή την περίπτωση, η ευθύνη αν θέλετε, μετατοπίζεται έτσι από την μοτοσυκλέτα στον αναβάτη. Δεν μπορείς να έχεις "την πιο γρήγορη", γιατί στην πίστα η πιο γρήγορη είναι αυτή που ο αναβάτης της την πάει γρήγορα. Τζίφος. Κανείς δεν θέλει να του θυμίζουν πως εκείνος φταίει, πως θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο.  Η αίσθηση όμως, ααα, η αίσθηση δεν είναι κάτι μετρήσιμο. Μπορούμε να φανταστούμε κάποιον στην Kawasaki να προσπαθεί να βρει μια νέα κατεύθυνση, αφού αυτή της τελικής είχε κλείσει προ πολλού, και να τρίβει το πιγούνι του πριν αναφωνήσει "Χάι! Αξελερέισον! Χόρσ-πάουερ!". Αλλά φυσικά δεν έγινε έτσι. Καιρό το μελέταγε η Kawasaki το θέμα κομπρέσορας, κι είχαν βγει κάτι φήμες πως θα τον έβαζε σε ΖΖ-R 1400, γιατί κανείς δεν φανταζόταν πως η Kawasaki – μοτοσυκλέτες θα έβαζε όλη την Kawasaki – Heavy Industries να δουλεύει νύχτα μέρα, για να φτιάξει το απόσταγμα της τεχνολογίας της. Οι περισσότεροι από τους μηχανολόγους των άλλων τμημάτων δεν θα είχαν ποτέ ασχοληθεί με τόσο μικρά και λεπτά ζητήματα. Ο κύριος κινητήρες jet δεν είχε σκεφτεί ποτέ πως θα μπορούσαν να φτιαχτούν τόσο μικρά πτερυγιάκια κι ο κύριος πενταόρωφοι 18κύλινδροι κινητήρες πλοίων δεν φανταζόταν πως θα ασχοληθεί με φαινόμενα προανάφλεξης σε κάτι κυλινδράκια σαν κουτάκια αναψυκτικού.

 

Δεν έχει σημασία αν η H2R γίνει εμπορική επιτυχία ή όχι. Φυσικά καλό θα ήταν για την Kawasaki, κι είμαι σίγουρος πως οι ευθείες των dragster θα στενάξουν, όπως και κάθε μορφής ευθεία. Πριν ακόμη όμως πουληθεί έστω και μία, η H2R έχει ήδη την μεγαλύτερη επιτυχία και αντίκτυπο. Το σημαντικό είναι πως η Kawasaki τόλμησε να ταράξει τα στάσιμα νερά, να ανοίξει το δρόμο σε μοτοσυκλέτες συναρπαστικές, σε πιθανότητες ατελείωτες, να ξυπνήσει και τους άλλους κατασκευαστές και να τολμήσουν κι εκείνοι να εξερευνήσουν νέους δρόμους, σε κάθε κατηγορία. Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια, κι η Kawasaki τρελή δεν είναι, ούτε μικρή, κι όμως, μας θύμισε την αλήθεια, πως μοτοσυκλέτα χωρίς τρέλα και πάθος δεν έχει νόημα, μόνο με ορθολογισμό δεν έχει ψυχή. Οι μύθοι δεν δημιουργούνται από μοτοσυκλέτες που "χρειάζεσαι", αλλά από μοτοσυκλέτες που επιθυμείς σαν τρελός, που στοιχειώνουν τα όνειρά σου. Άλλωστε, όταν ευχόμαστε σε κάποιον, δεν του λέμε "ό,τι χρειάζεσαι", "ό,τι επιθυμείς" του λέμε.