Editorial 566 - 2stroke 4ever!

Από το

motomag

1/1/2017

4ever, λέμε εμείς οι ρομαντικοί, αλλά πολύ δύσκολα θα επιστρέψουν τα δίχρονα στους δρόμους. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι σαν τον Eskil Suter, που όχι μόνο κατασκευάζει ένα δίχρονο V4 καλύτερο από τα GP500 που τόσο αναπολούμε, αλλά σχεδιάζει να βγάλει και έκδοση δρόμου! Εντάξει, αυτό αφορά μόνο τους λίγους εκείνους που μπορούν να δώσουν εξαψήφιο αριθμό ευρώ για μια μοτοσυκλέτα, κι από αυτούς ακόμα πιο λίγοι θα μπορούν να το οδηγήσουν όπως του αξίζει. Είχαν ρωτήσει τότε τον Mick Doohan πόσα άλογα βγάζει το NSR500 του, κι ο άπαιχτος Αυστραλός απάντησε: "Δεν μπορώ να σας πω! Αν όμως ήταν 1.000 κυβικά, θα έβγαζε πάνω από 400 άλογα..." Το Suter έχει 195 στην βασική του έκδοση, πριν ο πελάτης ζητήσει κάτι παραπάνω. Έτσι, ο αναβάτης που δεν θα θέλει απλά να γυρίζει σε μια πίστα τρομάζοντας τον εαυτό του, αλλά να βάλει το κεφάλι κάτω και να κάνει χρόνους, πρέπει να το κάνει με τον πατροπαράδοτο τρόπο: Να βγαίνει με πολλά από τις στροφές, για να κουβαλάει αυτά τα χιλιόμετρα στην ευθεία, και για να το κάνει αυτό, σε μια μοτοσυκλέτα με κορυφαίο πλαίσιο κι ελάχιστο βάρος, ο μόνος τρόπος είναι να μπαίνει και γρήγορα στις στροφές, διατηρώντας υψηλή ταχύτητα μέσα στην στροφή. Το έχουμε πει άλλωστε, ο γρήγορος αναβάτης στην ευθεία φαίνεται! (Γιατί στην ευθεία όλοι μπορούν να ανοίξουν το γκάζι, αυτός όμως που θα έχει πάρει την στροφή με περισσότερα κι ανοίξει νωρίτερα το γκάζι, θα κουβαλάει αυτά τα παραπάνω χιλιόμετρα σε όλη την ευθεία... Και πάει λέγοντας σε όλο το γύρο.) Απλό να το λες, δύσκολο να το κάνεις, και σίγουρα όχι όταν οδηγείς μια μοτοσυκλέτα που κάνει πάνω από 110.000 ευρώ και ΔΕΝ είναι δική σου. Θα διαβάσετε για το Suter που οδηγήσαμε στα Μέγαρα, όπως θα διαβάσετε και για την έλευση των ψεκαστών δίχρονων στο χώρο του enduro τουλάχιστον, για το 2018. Βλέπετε, τα enduro που πρέπει να βγάζουν πινακίδα πρέπει να είναι σύμφωνα με τις προδιαγραφές, ενώ τα motocross δεν έχουν τέτοιους περιορισμούς. Μένει να δούμε αν οι κατασκευαστές θα τα κάνουν όλα ψεκαστά από του χρόνου, ή θα αφήσουν τα motocross για αργότερα.

Κι όμως, και το Suter και τα μελλοντικά χωματερά δίχρονα, είναι έμμεσου ψεκασμού, κι όχι άμεσου. Το καύσιμο δηλαδή δεν ψεκάζεται κατ’ ευθείαν στον θάλαμο καύσης, αλλά στην εισαγωγή, απ’ όπου παραδοσιακά μέσω των θυρίδων πηγαίνει στον κύλινδρο, για να συμπιεστεί, να αναφλεγεί και να κάνει την δουλειά του. Η ακρίβεια στην τροφοδοσία θα φέρει σημαντική μεν μείωση στους ρύπους και την κατανάλωση, ακριβώς τόση όμως όση χρειάζεται για να περάσουν τις προδιαγραφές Euro4, κι όχι όση θα μπορούσαν να πετύχουν με άμεσο ψεκασμό, που έχει το πλεονέκτημα πως καθόλου βενζίνη δεν χάνεται, καθώς το μπεκ ψεκάζει αφού έχει κλείσει η θυρίδα εξαγωγής. Αυτό είναι και το κλασικό πρόβλημα της μεγαλύτερης από των τετράχρονων κατανάλωσης των δίχρονων: Ένα μέρος του μίγματος που μπαίνει από τις θυρίδες εισαγωγής, φεύγει όπως έρχεται, πριν καεί, από την θυρίδα εξαγωγής, αφού την προλαβαίνει έστω και για λίγο ανοιχτή.

Η τεχνολογία των δίχρονων δεν έχει σταματήσει ποτέ να εξελίσσεται όμως. Όλες οι αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν τέτοια project, και ξεκινώ από τις αυτοκινητοβιομηχανίες γιατί καθορίζουν στο μεγαλύτερο ποσοστό την κατεύθυνση που θα πάρει η έρευνα και η εξέλιξη της τεχνολογίας των κινητήρων, που περνά μετά και στην μοτοβιομηχανία. Προμηθευτές υποσυστημάτων όπως η Bosch και η Continental για παράδειγμα, παράγουν μονάδες ABS για όλους, κάνοντας ασύμφορη την εξέλιξη για κάθε κατασκευαστή ξεχωριστά. Ακόμα και η Honda που είχε εξελίξει το δικό της συνδυασμένο σύστημα ABS για τα CBR, υπέκυψε στα κοστολόγια και αγοράζει πια από την Bosch για το νέο CBR. Όποια τεχνολογία δηλαδή χρησιμοποιείται σε ευρεία κλίμακα, με την διαδικασία της χιονοστιβάδας αποκτά μάζα και φόρα και επικρατεί στην αγορά. Πως μετά να συνεχίσει ένας κατασκευαστής μόνος του να επιμένει δίχρονα, επωμιζόμενος όλο το κόστος της εξέλιξης; Το έριξαν στα τετράχρονα λοιπόν, όσον αφορά στις μοτοσυκλέτες, γιατί σε άλλες εφαρμογές οι δίχρονοι καλά κρατούν, όπως στα snowmobile και τα personal watercraft (αυτά που τα αποκαλούμε συνήθως με την ονομασία που τους είχε δώσει η Kawasaki, τα jet ski), και αρκετές εξωλέμβιες, με άμεσο ψεκασμό παρακαλώ. Οι συνθήκες λειτουργίας βέβαια είναι διαφορετικές, και οι άμεσος ψεκασμός στις μοτοσυκλέτες έχει να αντιμετωπίσει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες εφαρμογής.

Μα καλά, ακούω τόσα χρόνια, αφού ένας δίχρονος είναι δυνατότερος, απλούστερος και φθηνότερος στην κατασκευή σε σχέση με έναν τετράχρονο, γιατί δεν τους εξέλιξαν; Μπροστά στις περιβαλλοντικές νομοθεσίες σε όλο τον κόσμο που με τα χρόνια γίνονταν όλο και αυστηρότερες, οι κατασκευαστές προτίμησαν να βασιστούν στην ήδη πατημένη τεχνολογία των τετράχρονων, όπου κι εκεί είχαν να κάνουν δουλειά βέβαια, να περάσουν στον ψεκασμό, να μειώσουν τις τριβές κι άλλα τέτοια βελτιωτικά, αλλά αυτά ήταν ήδη κοινός τόπος, δεν χρειάστηκε να ανακαλύψουν ξανά τον τροχό. Money talks, bullshit stops. Το αν ένας δίχρονος είναι πιο απλός, επισκευάζεται πιο εύκολα, κι έχει μικρότερα έξοδα συντήρησης και πολύ μικρότερα έξοδα επισκευής σε σχέση με έναν τετράχρονο, αυτό είναι κάτι που ωφελεί όσους από εμάς τα χρησιμοποιούμε, κι όχι τα έσοδα των εταιριών. Απλά πράγματα. Από την στιγμή που δεν μπορούν να κερδίσουν περισσότερα πουλώντας δίχρονα, σε όλο τον κύκλο ζωής τους, από την αρχική πώληση, την συντήρηση, τα ανταλλακτικά και τις επισκευές, πουλάνε τετράχρονα (που έχουν και την επικάλυψη των "περιβαλλοντικά ωφέλιμων", χωρίς αυτό να είναι αλήθεια αν συγκριθούν με δίχρονα άμεσου ψεκασμού σε όλο τον κύκλο ζωής τους) και τελειώνει η υπόθεση.

Τι θα μπορούσε να ανατρέψει αυτή την κατάσταση, και να κάνει τους κατασκευαστές να βγάλουν από τα συρτάρια τους τον φάκελο "Δίχρονα project", να τον ξεσκονίσουν και να προγραμματίσουν την παραγωγή της επόμενης γενιάς δίχρονων; Οι πωλήσεις στις μεγάλες αγορές των "αναπτυσσόμενων" χωρών. Εκεί που τα μηχανάκια κατασκευάζονται και πωλούνται κατά εκατομμύρια. Αν κάποιος από τα μεγάλα κεφάλια ξύπναγε ένα πρωί και αναρωτιόταν, "Ρε συ, μήπως γίνεται να βγάλουμε παπιά και σκουτεράκια και μικρά μηχανάκια δίχρονα, που θα μας στοιχίζουν λιγότερο για να τα παράγουμε απ’ ότι τα τετράχρονα που βγάζουμε ως τώρα, τόσο λιγότερο μάλιστα ώστε να πατσίζουμε κι όσα θα χάσουμε από ανταλλακτικά και service; Και να τα πουλάμε μάλιστα και λίγο ακριβότερα ως νέα και πολύ οικολογική και καταπράσινη τεχνολογία, ώστε τελικά να κερδίζουμε και περισσότερα χρήματα;", τότε θα είχαμε κάποια ελπίδα να δούμε αργότερα τους απογόνους των NSR και των ΤΖR να ξανακυκλοφορούν στους δρόμους. Εδώ και χρόνια, είναι απόλυτα εφικτό να παραχθούν μοτοσυκλέτες 500 κυβικών και 100 ίππων ή 750 και 150 ίππων με άμεσο ψεκασμό, ελαφριές και οικονομικές και γρήγορες και σύμφωνες με τις προδιαγραφές. Η τεχνολογία υπάρχει, με οποιοδήποτε από τα συστήματα άμεσου ψεκασμού έχουν εξελιχθεί, είτε Orbital, είτε Fichtel, είτε το AR "ATAC" της Honda, είτε με οποιοδήποτε άλλο. Η τεχνολογία υπάρχει, "πολιτική βούληση" από τις εταιρίες δεν υπάρχει, γιατί τίποτα δεν τις αναγκάζει αυτή τη στιγμή να το ξανασκεφτούν. Κι ένας από τους πιο αρνητικούς παράγοντες είναι το διαβόητο "πολιτικό κόστος", αφού τόσα χρόνια έχουν πείσει όλο τον πλανήτη για τα πλεονεκτήματα των τετράχρονων, κι αν ξεστομίσουν την λέξη "δίχρονο" θα πέσουν όλοι να τους φάνε. Αλλά δεν θα έχουν δίκιο! Τώρα ξέρετε λοιπόν γιατί χαντακώθηκαν τα δίχρονα: Για τους ίδιους λόγους που πάει κατά διαόλου η Ελλάδα! Ενώ τεχνογνωσία υπάρχει, δεν αλλάζει κάτι γιατί δεν υπάρχει πολιτική βούληση λόγω "πολιτικού κόστους"...

 

editorial 535 - Παγκόσμιες ιστορίες

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

30/5/2014

Πέμπτη μεσημέρι κατά τις δύο, φτάνουμε στα Μετέωρα. Σιγά μη λείπαμε από το μεγαλύτερο γεγονός της χρονιάς. Παγκόσμιο πρωτάθλημα enduro είναι αυτό, δεν είναι παίξε γέλασε, το 2011 που είχε ξαναγίνει στην ίδια περιοχή μας είχαν πέσει τα σαγόνια κάτω μ’ αυτά που είδαμε. Τότε είχε ψηφιστεί ως ο καλύτερος αγώνας της χρονιάς, ανάμεσα σε όλες τις διοργανώσεις του παγκοσμίου. Οι ίδιοι άνθρωποι, μια διάσπαση λέσχης και μια ίδρυση καινούργιας μετά, διεκδικούν και πάλι το ίδιο βραβείο. Με το σπαθί τους. Ομάδες και αναβάτες είχαν μόνο τα καλύτερα λόγια να πουν. Για μας είναι σαν να το έχουν πάρει ήδη.
Βιάζομαι όμως. Ζαλισμένοι ακόμα από το ταξίδι, ξεφορτώνουμε τα μηχανάκια και ντυνόμαστε για να πάμε να κάνουμε τις απλές. Η σηματοδότηση συνεχίζεται ακόμα, βρίσκουμε αναβάτες της οργάνωσης να την συμπληρώνουν, τους λέμε για κάποια σημεία που τα σήματα έχουν πέσει ή είναι ασαφή. Μονοπάτια γνώριμα αλλά και καινούργια, καθόλου χωματόδρομοι, μερικές ενδιαφέρουσες ανηφόρες έτσι για να μην είναι όλη η απλή περίπατος. Ξέρουμε καλά πως τα μονοπάτια που σήμερα κάνουμε σχεδόν απάτητα, μετά τον αγώνα θα έχουν αλλάξει τελείως μορφή. Την περασμένη Κυριακή, οι οργανωτές έστηναν τις ειδικές μέσα σε καταρρακτώδη βροχή, αλλά τέσσερις μέρες μετά το μέρος έχει στεγνώσει κι έχει σκόνη, τόση που στις ανηφόρες αν είχες δύο μηχανάκια μπροστά σου δεν έβλεπες τίποτα, κι απλώς έλπιζες πως δεν θα βρεις κάποια πέτρα ή χαντάκι. Και νύχτα χωρίς φώτα να οδηγούσες, το ίδιο θα ήταν...
Βγαίνουμε στις ειδικές, που είναι η μια δίπλα στην άλλη, διαφορετικές όμως μεταξύ τους, κι έχουν ένα μεγάλο μερίδιο στην επιτυχία αυτού του αγώνα. Δύσκολες όσο πρέπει, μεγάλες σε διάρκεια, βγάζουν διαφορές στους χρόνους τέτοιες που να είναι δυνατή επίθεση για τα χαμένα δευτερόλεπτα και το κυνήγι των θέσεων. Σε κεντρική θέση είναι και το service με τα φορτηγάκια των ομάδων, κι όλοι όσοι υποστηρίζουν την προσπάθεια των αναβατών δεν χρειάζεται να μετακινηθούν πολύ. Όπως διαπιστώσαμε για ακόμα μια φορά, ο αγώνας δεν κερδίζεται μόνο στις ειδικές, αλλά και στην προετοιμασία πριν τον αγώνα. Οι περισσότεροι από τους παγκόσμιους ήταν εκεί μια βδομάδα πριν τον αγώνα, με τους αναβάτες να περπατούν τις ειδικές και τους support αναβάτες να ψάχνουν τα σημεία των απλών όπου μπορούν να συναντήσουν τους αναβάτες. Η αναγνώριση των ειδικών από τους αγωνιζόμενους, που γίνεται μόνο με τα πόδια, έχει εξελιχθεί σε επιστήμη. Περπατάνε συνολικά δεκάδες χιλιόμετρα, αφού δεν τις κάνουν μόνο μία φορά. Βασική τους αρχή: η ευθεία είναι ο συντομότερος δρόμος, κι αυτή η ευθεία δεν πρέπει να έχει εκπλήξεις. Βλέπαμε τους αναβάτες να κοιτούν τα ρέματα και τις πλαγιές σαν τοπογράφοι, βάζοντας το χέρι τεντωμένο μπροστά για να "γράψουν" οπτικά μια νοητή ευθεία. Έχοντας αποφασίσει για την γραμμή τους, κι άσχετα αν αυτή έχει εμπόδια που οι κοινοί θνητοί θα πέρναγαν ως ερπετά, με τους τροχούς τους συνέχεια στο έδαφος, αυτοί που το μάτι τους κόβει διαφορετικά επιλέγουν γραμμές με φαντασία, κατάλληλες για τις ταχύτητες που αυτοί μπορούν να κινηθούν. Για παράδειγμα, στην αρχή της enduro test υπήρχε μια μικρή ρεματιά. Κινούμενοι από πριν σε ευθεία με το σημείο που θα ήθελαν να προσγειωθούν, έψαχναν το πιο κατάλληλο σημείο απογείωσης και πηδούσαν τη ρεματιά, αποφεύγοντας τελευταία στιγμή τα δέντρα που ήταν απέναντι. Άσχετα δηλαδή με τις υψομετρικές διακυμάνσεις του εδάφους, αυτοί οι alien του enduro κινούνται σε ευθεία πορεία...

Πριν όμως μπουν με μοτοσυκλέτα στις ειδικές, κι ενώ τις περπατάνε, πολλές φορές μαζί με τους support, αρχίζουν την αποψίλωση. Αφαιρούν από το πάτημά τους μια πέτρα εδώ, ένα κλαδί πιο κει, παρεμβαίνοντας στο έδαφος των ειδικών με τέτοιο τρόπο ώστε πριν αρχίσει ο αγώνας, η χάραξη των ειδικών μπορεί να είναι η αρχική, αλλά το έδαφός τους δεν έχει καμία σχέση. "Αυτοί τις έχουν αποψιλώσει τις ειδικές!", έλεγαν οι αναβάτες της οργάνωσης. Στόχος τους βέβαια η μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα στις επιλεγμένες τους γραμμές, χωρίς εκπλήξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πτώση. Δεν είναι όμως πως μόνο αφαιρούν πέτρες και ξύλα από τις ειδικές, προσθέτουν κιόλας αν τους βολεύει, όπως είδαμε πριν το special test της Παρασκευής, όπου κάποιος από την ομάδα της ΚΤΜ έβαλε μια πέτρα να ακουμπάει στους κορμούς. Και που πάτησε ο Meo όταν πέρασε από κει; Κέντραρε την πέτρα και πήδηξε πιο εύκολα και πιο ασφαλής τους κορμούς. Η δουλειά αναγνώρισης των ειδικών από αναβάτες και support συνεχίζεται και κατά τη διάρκεια κάθε αγωνιστικής ημέρας. Πριν μπουν στις ειδικές, αρκετοί αναβάτες έκαναν μια παράκαμψη αφήνοντας την απλή, κι έριχναν μια ματιά σε σημεία της ειδικής που τους προβλημάτιζαν για το πως θα κερδίσουν κανένα δεκατάκι, για να δουν πως έχουν γίνει. Την ίδια ώρα, οι support αναβάτες αλλά και... πεζοπόρα τμήματα, περπάταγαν τις ειδικές και συνέχιζαν την διαμόρφωσή τους, κυρίως απομακρύνοντας πέτρες ή "γλυκαίνοντας" κάποιο πάτημα. Επιπλέον, μερικοί από αυτούς, οι παλουκοφόροι, έπαιρναν ένα παλούκι απ’ αυτά που πάνω τους δένεται η κορδέλα των ειδικών, κι ενώ οι ίδιοι στέκονταν πίσω από την κορδέλα οριοθέτησης, έβαζαν την μύτη του παλουκιού ακριβώς στο πάτημα που έπρεπε να ακολουθήσει ο αναβάτης τους, τραβώντας το πίσω μόνο όταν αυτός είχε φτάσει στο μέτρο! Αμέσως μετά, έτρεχαν σε άλλο σημείο της ειδικής, κι επαναλάμβαναν το ίδιο. Το τι αντιλαμβάνονται οι θεατές ως πάτημα και το τι αντιλαμβάνονται οι αναβάτες, είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Κι όταν κάποιοι θεατές έβαλαν πέτρες σ’ ένα πάτημα που είχε κατ’ αυτούς χαλάσει, κι είχε φτιάξει βαθύ λούκι, είχαμε πτώσεις αναβατών. Πως γίνεται να θυμούνται τόσα χιλιόμετρα ειδικών, και μάλιστα να προσαρμόζονται στις αλλαγές του εδάφους τους σε κάθε πέρασμα; Μερικά από τα παραπάνω που αναφέραμε το εξηγούν, συν το ότι αυτή είναι η δουλειά τους κι έχουν αναπτύξει ιδιαίτερη μεθοδολογία για να την κάνουν. Κωδικοποιούν τα σημεία των ειδικών που τους ενδιαφέρουν περισσότερο με "Κάπα", όπως γίνεται και στις στροφές μια πίστας, Κ1, Κ2, Κ3. Μετά, έχουν συνεχή πληροφόρηση για τις αλλαγές στα πατήματα της ειδικής από τους ανθρώπους υποστήριξης που έχει η ομάδα, συν την επιτόπου επιβεβαίωση των "παλουκοφόρων". Και πάλι, όπως ο Meo που το Σάββατο ξεκίνησε αγχωμένος κι ήταν ακόμα πιο αρκουδιάρης στην οδήγηση απ’ ότι συνήθως, είχε δύο πτώσεις μέσα σε ειδικές. Αυτό κοστίζει πολλές θέσεις όταν οι μνηστήρες για την νίκη σε κάθε κατηγορία είναι πάνω από πέντε, μερικές φορές και στο ίδιο δευτερόλεπτο...

Είδα αρκετά περάσματα στην αρχή της ειδικής extreme, όπου οι enduro aliens προτιμούσαν να πηδήξουν ευθεία το ρέμα, περνώντας ανάμεσα από δυο πλατάνια και σκάζοντας στις πέτρες απέναντι, παρά να χάσουν χρόνο στρίβοντας δεξιά και μετά αριστερά, κάτω και πάνω, μέσα στις βρεγμένες κροκάλες. Για το πρώτο και το δεύτερο πέρασμα το πάτημα απογείωσης ήταν καλό, μετά όμως έφτιαξε λούκι και δεν ήταν εύκολο να πηδήξουν ούτε τόσο μακριά ούτε τόσο ψηλά όσο θα ήθελαν. Το αποτέλεσμα ήταν αρκετές πτώσεις, στις οποίες οι άτιμοι δεν άφηναν με τίποτα το τιμόνι, άσχετα αν είχαν κοπανήσει το κράνος τους σε βραχάκι ή είχαν φύγει με τα πόδια ψηλά κι είχαν καταλήξει μπροστά από το πεσμένο μηχανάκι. Το θέμα ήταν να μην σβήσει, και χάσουν κι άλλο χρόνο... Ένας από αυτούς που έπεσαν, Πορτογάλος αναβάτης, χτύπησε μια θεατή που καθόταν πίσω από τα πανό, σε επικίνδυνο όμως σημείο, ευθεία απέναντι από το σημείο απογείωσης. Προς τιμήν του, μόλις τερμάτισε την ειδική έτρεξε σχεδόν εκατό μέτρα μπρος πίσω, κι ήρθε να ζητήσει συγνώμη: "I’m very sorry, very sorry…", για να φύγει μετά ξανά τρέχοντας και να συνεχίσει τον αγώνα του.
Ήταν μαγικό να παρακολουθεί κανείς, κι όχι μόνο τους καταξιωμένους παγκόσμιους, αλλά και τους αναβάτες της κατηγορίας Youth, δεκάξι ως δεκαοκτώ ετών, με τα 125 τους. Οι καλοί από αυτούς έκαναν και χρόνους μέσα στην δεκάδα γενικής (!), οδηγώντας αέρινα στα πιο δύσκολα κομμάτια των ειδικών. Σκεφτείτε εδώ, πως με δεκάξι ειδικές κάθε μέρα, και επτά ως οκτώ ώρες οδήγησης σε τερέν καθαρά εκτός δρόμου, για να μπορείς να ορμάς μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο ειδικής της δεύτερης μέρας, η αντοχή που απαιτείται τους κατατάσσει αυτόματα σε κατηγορία κορυφαίων αθλητών. Ακόμα και οι 16χρονοι πιτσιρικάδες είναι alien, όχι μόνο ο Marquez κι όσοι τον κυνηγούν στα MotoGP. Από κει και πάνω, προς το καλύτερο, άστο... Μιλάμε για υπεραθλητές. Εννιά παρά είκοσι το Σάββατο το βράδυ ο Seistola πήγε για ύπνο στο δωμάτιό του...

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια τάση απαξίωσης του enduro, με αφορμή την συμμετοχή πρώην αναβατών motocross, με βάση ίσως θεωρητική και απόλυτη προσέγγιση που δεν δέχεται την μετακίνηση αναβατών από το ένα άθλημα στο άλλο. Οι περισσότεροι από τους κορυφαίους αναβάτες των τελευταίων χρόνων προέρχονται από το χώρο του motocross, κι αυτό είναι γεγονός. Επίσης γεγονός είναι πως δεν είναι όλοι οι μοτοκροσάδες επιτυχημένοι στο enduro, όπως δεν είναι και εύκολη η μετάβασή τους στο enduro. Οι ίδιοι οι αγώνες enduro, απαιτούν ένα σπάνιο συνδυασμό προσόντων, ταχύτητας, αντοχής και διαφορετικής ματιάς στο έδαφος που κινούνται. Γεγονός επίσης είναι, πως από παλιά, αν ήθελες να διακριθείς στο enduro θα έπρεπε να κάνεις και motocross, αγώνες και προπονήσεις, και πως αυτοί οι αναβάτες έχουν ανεβάσει κατά πολύ το επίπεδο, πολύ περισσότερο από το να είχαν συνεχίσει να γίνονται οι αγώνες με συμμετέχοντες που έχουν κάνει μόνο enduro στη ζωή τους. Υπάρχουν όμως κι άλλα κίνητρα, οικονομικά. Είναι πολύ δύσκολο για έναν αναβάτη motocross να βρει ανταγωνιστική ομάδα στο παγκόσμιο, στην οποία θα πληρώνεται αντί να πληρώνει, σε σχέση με το enduro. Οπότε, είναι και βιοποριστικοί οι λόγοι, ή τουλάχιστον, αυτοί οι αναβάτες καταφέρνουν να συνεχίζουν να αγωνίζονται σε κορυφαίο επίπεδο, αντί να πληρώνουν για να συμμετέχουν στο παγκόσμιο motocross. Δείτε το κι αντίστροφα: Για να τα καταφέρεις στο enduro, πρέπει ήδη να είσαι πρωταθλητής motocross στη χώρα σου και με θητεία στη δεκάδα του παγκοσμίου, και κατόπιν να μάθεις και μια νέα τέχνη. Κι αυτό μάλλον κάνει τους εντουράδες πιο πολυτάλαντους και ολοκληρωμένους αναβάτες.