Editorial 564 - Παρελθόν, ή μέλλον;

x
Από το

motomag

1/11/2016

Σε είκοσι χρόνια τα περισσότερα οχήματα στους δρόμους θα είναι αυτόνομα, εκτιμούν οι σχεδιαστές της BMW, και με βάση αυτή την εκτίμηση έδειξαν πρόσφατα το Vision Next 100. Η αφορμή ήταν ο εορτασμός για τα 100 χρόνια της BMW, αλλά μιλούν για ένα χρονικό ορίζοντα πολύ πιο κοντινό, για τα επόμενα 20 έως 30 χρόνια. Το Vision Next 100 δεν θα είναι αυτόνομο, θα χρειάζεται τον αναβάτη του για να κινηθεί, αλλά υπόσχεται να του προσφέρει κάτι που καμία σημερινή μοτοσυκλέτα δεν μπορεί: Δεν θα μπορεί να πέσει, και άρα να τραυματιστεί, οπότε δεν θα χρειάζεται και προστατευτικό εξοπλισμό.

Στοπ εδώ. Πάμε στο θέμα των αυτόνομων οχημάτων, που ήδη και στην Ελλάδα κυκλοφορούν ανάμεσά μας, και ήδη έχει προκύψει θέμα στην Ευρώπη με τα αυτοκίνητα της Tesla και τις δυνατότητες αυτόνομης κίνησής τους, γιατί υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες πως μπορεί να αντιλαμβάνονται γενικά το κυκλοφοριακό περιβάλλον, αλλά όχι και τους μοτοσυκλετιστές που κινούνται γύρω τους. Ρώτησα τον εαυτό μου: Θα ήθελες να σε μεταφέρει ένα αυτόνομο αυτοκίνητο; Απάντησα πως αν πρόκειται για μεταφορά, ναι. Από το να πάω με το ΚΤΕΛ ή τον ΟΣΕ από την Αθήνα στην Πάτρα ή την Θεσσαλονίκη, καλύτερα να με μεταφέρει ένα αυτόνομο όχημα, και να είμαι ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω στην διαδρομή. Με τίποτα όμως δεν θα ήθελα να χάσω την δυνατότητα να οδηγώ, να απολαμβάνω την οδήγηση, να χαίρομαι την συμμετοχή μου σ’ αυτή, να ρισκάρω δοκιμάζοντας όρια δικά μου και της μοτοσυκλέτας. Η λίστα με τους λόγους που απολαμβάνουμε την οδήγηση είναι τεράστια, και διαφορετική για τον καθένα. Απ’ την άλλη, βλέποντας το χάος που επικρατεί στους Ελληνικούς δρόμους, όπου οι περισσότεροι οδηγοί αυτοκινήτων είναι βαθιά μπριζωμένοι στο κινητό τους κι έχουν μάτια μόνο γι’ αυτό, συν όλους τους άλλους που απλά δεν είναι ικανοί να οδηγήσουν και κάνουν ό,τι μπορούν για να μας σκοτώσουν, δεν θα με χάλαγε καθόλου να γίνουν αυτόνομα τα αυτοκίνητα. Στις μοτοσυκλέτες δεν έχει ακόμη τεθεί θέμα αυτονομίας, αν και η τεχνολογία υπάρχει.

Αυτή η κατά BMW εκδοχή του μέλλοντος της μοτοσυκλέτας υπόσχεται ασφάλεια, αναλογική εμπειρία οδήγησης χωρίς την ανάγκη προστατευτικού εξοπλισμού και ακόμα περισσότερη διασκέδαση. Κι όλα αυτά, από μια μοτοσυκλέτα που θα ισορροπεί μόνη της (ούτε σταντ δεν χρειάζεται) και δεν θα είναι δυνατόν να πέσει. Η εύλογη απορία για το τι θα συμβεί στον αναβάτη αν τον χτυπήσει άλλο όχημα, απαντάται από το περιβάλλον αυτόνομων οχημάτων όπου θα κινείται: Το ένα όχημα θα αποφεύγει το άλλο, και οι συγκρούσεις θα καταργηθούν...  Κι άντε, το ξεπεράσαμε αυτό, και μόνο με την ειδική μάσκα που θα μας μεταφέρει μόνο τις απαραίτητες πληροφορίες στο οπτικό μας πεδίο, βγήκαμε για μια διασκεδαστική βόλτα με το BMW μας, τριάντα χρόνια μετά. Με όλα τα άλλα οχήματα γύρω μας να είναι αυτόνομα, μια μοτοσυκλέτα που θα κινείται ελεύθερα θα είναι σαν καρχαρίας που ελίσσεται ανάμεσα σε φάλαινες, όσο ο αναβάτης της έχει ελευθερία και πρωτοβουλία κινήσεων. Φυσικά, σε ένα τέτοιο περιβάλλον και η μοτοσυκλέτα δεν θα μπορεί να πλησιάσει πολύ τα άλλα οχήματα, αλλά θα φροντίζει η ίδια να κρατά αυτό που θα θεωρείται απόσταση ασφαλείας. Τι γίνεται όμως με την ισορροπία; Τι διασκέδαση θα είναι αυτή η "αναλογική εμπειρία" που υπόσχεται η BMW;     

 

Γυροσκόπια θα φροντίζουν ώστε η μοτοσυκλέτα να μην πέφτει, θα μπορεί όμως να πλαγιάζει. Το μόνο όχημα με γυροσκόπια που έχω οδηγήσει είχε επίσης δύο τροχούς, παράλληλους όμως μεταξύ τους και όχι τον έναν πίσω από τον άλλο: Το Segway. Mε αυτό, μόλις ανοίξεις τον διακόπτη ισορροπεί. Όσο περισσότερο γέρνεις μπροστά, τόσο τρέχει. Γέρνεις πίσω, φρενάρει. Η μέγιστη επιτάχυνση δεν είχε τόσο πλάκα, δεν ήταν και τόσο γρήγορο, αλλά και πάλι έγερνες το σώμα σου στις στροφές, και η περισσότερη διασκέδαση ήταν στα φρένα, όπου μπορούσες να γείρεις πίσω πάνω από 45 μοίρες, να ακινητοποιηθείς και αμέσως να πεταχτείς πάλι μπροστά, στρίβοντας κιόλας. Δεν κατάφερα να πέσω, αν και η Segway προειδοποιεί πως μπορείς να πέσεις και να χτυπήσεις, λογικά για να μην πιστέψει κανείς πως είναι άτρωτος, αλλά και γιατί παραμονεύουν δικηγόροι. Το μαγικό χέρι των γυροσκόπιων το ένιωθες όμως, δεν σε άφηνε να πέσεις! Είμαι σίγουρος πως με μια μοτοσυκλέτα που θα ισορροπεί με γυροσκόπια θα δοκιμάσεις να κάνεις πράγματα που με καμία συμβατική δεν θα τολμούσες, και όντως θα μπορείς να κινείσαι εξερευνώντας άλλα όρια, κι όχι αυτά που έχουμε συνηθίσει. Έτσι κι αλλιώς, από την στιγμή που μια συμβατική μοτοσυκλέτα κινείται, κι αυτή ισορροπεί και στρίβει χάρη στο γυροσκοπικό φαινόμενο της περιστροφής των τροχών της, και στην ουσία η συμβολή του αναβάτη στην ισορροπία της είναι πολύ μικρότερη απ’ ότι ο αναβάτης αρέσκεται να νομίζει... Και καλύτερος αναβάτης είναι αυτός που φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα με τις ελάχιστες δυνατές "εντολές" προς την μοτοσυκλέτα του.

Όποια όμως κι αν είναι η μορφή και η τεχνολογία των μοτοσυκλετών που θα έρθουν, όσες νέες δυνατότητες και νέους περιορισμούς κι αν φέρουν, θα συναντήσουν την αντίσταση όλων όσων αντιστέκονται σε κάθε είδους αλλαγή, προτιμώντας να καταφεύγουν στο παρελθόν. "Το παρελθόν είναι το καταφύγιο των γέρων", πέταξε την ατάκα ο Μπάμπης όταν τα συζητούσαμε αυτά στο γραφείο, και συμφωνώ, αφού ποτέ δεν υπήρξε αυτή η μυθική εποχή του "παλιά ήταν καλά". Σε κάθε εποχή που έφερε αλλαγές, πάντα κάποιοι θα υποστηρίζουν πως "παλιά ήταν καλά", μην μπορώντας να κάνουν επιλογές ή μην έχοντας διάθεση ή δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τις αλλαγές, τεχνολογικές ή μη, για να βρουν νέο ενδιαφέρον στη ζωή τους. Κι αν μια εκδοχή για το μέλλον της μοτοσυκλέτας θα δανείζεται στοιχεία από το Vision Next 100 της BMW, φυσικά θα έχει και μειονεκτήματα. Αρκεί όμως να εστιάσουμε μόνο σε αυτά για να την απορρίψουμε; Ή μήπως είναι καλύτερα να σκεφτόμαστε από τώρα ποιους νέους ορίζοντες μπορεί να μας ανοίξει, και να προσδοκούμε μελλοντικές μοτοσυκλετιστικές απολαύσεις άλλου τύπου; Για παράδειγμα, τι μπορεί να σημαίνει η τεχνολογία των γυροσκοπίων και των ελαστικών ενεργής απόσβεσης για την κίνηση μιας μοτοσυκλέτας στο χώμα; Πως θα οδηγείται μια μοτοσυκλέτα με Flex Frame μεταβλητής ακαμψίας, χωρίς ανεξάρτητο ψαλίδι ή πιρούνι, και τι χρόνους θα γράφει στην πίστα; Δεν το ξέρουμε ακόμα, μόνο να φανταστούμε τις νέες δυνατότητες και εμπειρίες μπορούμε. Κι ούτε μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα άσπρα ή μαύρα, του στυλ "είναι καλό αυτό ή κακό;", χωρίς πρώτα να έχουμε την διάθεση νέων εμπειριών. Ας μην ξεχνάμε πως όσο κι αν έχουν γίνει καλύτερες οι μοτοσυκλέτες χρόνο με τον χρόνο, η βασική τους σχεδίαση είναι προπολεμική, για να μην πούμε 100 και βάλε ετών. Κι όσο η βασική σχεδίαση παραμένει ίδια, παραμένουν και οι περιορισμοί που βάζει στην εξέλιξή τους.   

   

 

> Ανανεωμένο και αισθητικά το ΜΟΤΟ – χάρη στον Art Director μας Ζήση Παπαδημητρίου, που πρόσεξε κάθε λεπτομέρεια σε όλες τις σελίδες. Ο Ζήσης φρόντισε όμως και τους πρεσβύωπες...

> Για τους ανοιχτομάτηδες αναγνώστες μας που χρειάζονται γυαλιά για να διαβάσουν, από το προηγούμενο τεύχος η γραμματοσειρά που χρησιμοποιούμε στο ΜΟΤΟ μεγάλωσε για να τους διευκολύνει, χωρίς αυτό να σημαίνει πως μίκρυναν τα κείμενα σε έκταση.

editorial 537 - Τι ονειρεύεσαι;

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

31/7/2014

Είναι περίεργο που ένα ταξίδι το ονειρεύομαι πιο πολύ μετά παρά πριν; Ίσως γιατί μ’ ένα ταξίδι σου ανοίγει η όρεξη και για άλλα, ίσως γιατί μια εικόνα μόνο από το ταξίδι μπορεί να σου δώσει την αφορμή για πολλά ακόμα, όνειρα ή ταξίδια. Η εξόρμησή μας στην Ροδόπη, πίσω από τα σύνορα, έδωσε πλήθος τέτοιες εικόνες, έλυσε πολλές απορίες και δημιούργησε ακόμα περισσότερα όνειρα.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 εξερευνούσαμε με τους Λαρισαίους φίλους τα μέρη της "δικής μας" Ροδόπης. Ζόρικα τότε τα πράγματα, τα σύνορα σοβαρή υπόθεση, ο στρατός παντού, περιοχές ολόκληρες αποκλεισμένες. Για να μπεις στα Πομακοχώρια, πάνω από την Ξάνθη, χρειαζόταν έγγραφη άδεια από την ασφάλεια της πόλης σου, στην οποία αναφερόταν τα πάντα, από τα οχήματα έως και τα άτομα της παρέας. Στρατιωτικό φυλάκιο με μπάρα, στον κεντρικό δρόμο, τσεκάριζε τόσο τους τουρίστες όσο και τους ντόπιους, που ζούσαν σε ελεγχόμενη περιοχή, χωρίς ελεύθερη διακίνηση. Δεν γνωρίζω να υπήρχε αυτό το καθεστώς πουθενά αλλού στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι συνεσταλμένοι, πάντα ευγενικοί, τα χωριά πεντακάθαρα, στις βρύσες πάντα κύπελλο για να πίνει αυτή η φιγούρα που μάλλον έχει εκλείψει πια, ο διαβάτης. Άλλος κόσμος.

Επειδή όμως πάντα μας τραβούσαν τα κενά του χάρτη, κολλήσαμε στην περιοχή που χοντρικά εκτείνεται από το Κάτω Νευροκόπι ως τα Πομακοχώρια, σ’ αυτά τα ατέλειωτα δάση της Ροδόπης με τα μυθικά ονόματα Καράντερε, Ζαγκραντένια, Λεπίδα, Τσάκαλος, Μπαρτάκοβα... Τα εξερευνήσαμε βήμα βήμα και ροδιά ροδιά, χωνόμασταν σε κάθε δρόμο όσο παρατημένος κι αν ήταν, μέχρι που βγαίναμε κάπου ή αναγκαζόμασταν να γυρίσουμε πίσω. Τότε, τα μηχανάκια της παρέας δεν θα μπορούσαν να είναι πιο ετερόκλητα... Από Χουσκβάρνες Βέ Αρ τετρακόσα και Ταφ Έψιλον πέντε-δέκα, μέχρι Ιξάρ ιξακουσάρ για μένα, ως Μοντέζες Ήτα Εφτά δυόμισι και τρία-εξήντα, αλλά και Ιξιλάρ ένα-εικοσπέντε και Καέλ δυόμισι και Μεζέ Ιτιζέντ εκατό πενήντα, αλλά και Ιξελές πεντακόσια... Τέτοια τρέλα μας είχε πιάσει με το Καράντερε, που μια φορά ξεκίνησα δικάβαλος με δίχρονο Cagiva 125 Cruiser από Αθήνα, φορτωμένο με τα πάντα...

Εκεί πάνω μάθαμε πως όταν τα δρομάκια που καταλήγουν σε μικρό πλάτωμα "αναστροφής", τα σύνορα ήταν πάντα κοντά. Από το Ε/Φ Τσάκαλος, τότε που είχε ακόμα φαντάρους, πριν το αφήσουν να ρημάξει αντί να γίνει καταφύγιο ή κάτι χρήσιμο, βλέπαμε τις υπερυψωμένες σκοπιές των Βουλγάρων, κι αναρωτιόμασταν πως να είναι από την άλλη μεριά. Σύντομα αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε πως τα σύνορα, παρά το χαντάκι και τα άσπρα κολωνάκια, ήταν απλά διακοσμητικά. Πώς να ελέγξεις τόσα βουνά, τόσα περάσματα; Βρίσκαμε μονοπάτια που ξεκινούσαν από το "Ελληνικό" και περνούσαν ακάθεκτα στο "Βουλγάρικο", όπως έκαναν χιλιάδες χρόνια τώρα. Συναντούσαμε τύπους που έξαλλοι μας απειλούσαν με καραμπίνες, γιατί φοβόντουσαν μήπως τους χαλάσουμε τις βρωμοδουλειές και τα λαθρεμπόριά τους... Βρίσκαμε καλύβες σε ξέφωτα κοντά στα σύνορα, με επιγραφές στα Βουλγάρικα στους τοίχους τους και τσοντοεφημερίδες στα κυριλλικά πεταμένες στο πάτωμά τους... Πετυχαίναμε Βούλγαρους φαντάρους να κόβουν βόλτες στο ελληνικό έδαφος, κι ακούγαμε ιστορίες για δεσμούς μεταξύ των πληθυσμών που κρατούσαν από πριν τα κλειστά σύνορα, από τότε που οι Σαρακατσαναίοι βόσκαγαν όλη την περιοχή και μετακινούνταν ελεύθερα και στις δύο χώρες. Αλλά ήρθε ο πόλεμος και μετά τον πόλεμο ήρθαν οι κολεκτίβες, και μια μέρα, αρχές δεκαετίας του ’50 φθινόπωρο, όπως κατέβαιναν οι Σαρακατσαναίοι τα βουνά, ο Βουλγάρικος στρατός είχε μπλοκάρει τα περάσματα, τα καμιόνια έτοιμα, τα πρόβατα φορτώθηκαν όλα εκτός από πέντε για κάθε οικογένεια, η κάθοδος στην Ελλάδα απαγορεύτηκε. Τα σκυλιά, λένε οι ιστορίες, γύρισαν μόνα τους στα χειμαδιά.

 

Οι άνθρωποι σπάνιζαν εκεί πάνω, μόνο κάποιους δασεργάτες συναντούσαμε, αλλά από ζώα άλλο καλό. Ελάφια ακούγαμε, ζαρκάδια βλέπαμε, αετούς, αγριόγατους, ίχνη και σκατούλες από αρκούδες, τα πάντα όλα. Τα χωριά όμως που κάποτε υπήρχαν εκεί πάνω, σήμερα είναι μόνο κάτι σωροί από πέτρες, κάτι μάντρες, κάτι γεφύρια, ένα μονοπάτι. Κι όταν επιτέλους πέρασα τα σύνορα για να δω και την άλλη μεριά για πρώτη φορά, ήταν Φεβρουάριος κι είχε δυό μέτρα χιόνι, αλλά τα χωριά ήταν όλα ζωντανά, γεμάτα κόσμο, οι δρόμοι ανοιχτοί, χωριά στα 1350 μέτρα υψόμετρο κι ακόμα ψηλότερα, ξέρετε, από αυτά που στην Ελλάδα εγκαταλείπονται το χειμώνα από τους λιγοστούς κατοίκους τους.

Σήμερα που τα ταξίδια είναι πιο εύκολα και τα σύνορα πιο προσιτά, αφού Βουλγαρία πηγαίνεις μόνο με ταυτότητα και δεν υπάρχει πια το άγχος της φύλαξης των παραμεθόριων περιοχών από "κατασκόπους", μπορούμε να περιπλανηθούμε πίσω από τα σύνορα και να δούμε πώς μια γραμμή στο χάρτη αλλάζει τη ζωή των ανθρώπων. Είναι χαρακτηριστικό πως μέχρι το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα υπήρχαν πάρα πολλές διαβάσεις μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, όσο οι μετακινήσεις γινόταν με τα πόδια, κι όσο τα καραβάνια με τα αλογομούλαρα και τις καμήλες μετέφεραν εμπορεύματα. Ο πόλεμος τα άλλαξε όλα αυτά, τα ορεινά περάσματα επίσημα έκλεισαν, οι αμαξιτοί δρόμοι βλέπετε ελέγχονταν πολύ πιο εύκολα, τα καθεστώτα ήταν ενάντια στην επαφή και την διακίνηση, ανθρώπων, εμπορευμάτων, ιδεών...

Ένα πράγμα που ζήλεψα, απ’ αυτά που είδα στο ταξίδι μας, ήταν τα εκατοντάδες χιλιόμετρα σηματοδοτημένων μονοπατιών, που συνεχίζουν να θυμίζουν πως ήταν και πως είναι ακόμα, για όσους θέλουν να μετακινούνται με φυσικό τρόπο, οι δρόμοι σε ανθρώπινο μέτρο. Είσαι ας πούμε στο Smolyan, το παλιό Πασμακλή, και βλέπεις πινακίδες σήμανσης μονοπατιού για Gotse Delchev, το Άνω Νευροκόπι, που σε ευθεία γραμμή είναι 80 χιλιόμετρα μακριά. Όλη την περιοχή που περιηγηθήκαμε την διασχίζουν προς κάθε κατεύθυνση σηματοδοτημένα και μη μονοπάτια, και μερικά ήταν πολύ προκλητικά... Πολύ θα το ήθελα να περπατήσω από χωριό σε χωριό, παράλληλα με τα σύνορα, πολύ θα το ήθελα να κατασκηνώσω με την εντουροπαρέα μου στις όχθες της Siroka Poljana και να χάνομαι κάθε μέρα στα ατέλειωτα δάση. Βλέπαμε τα δρομάκια, βλέπαμε τα μονοπάτια, λίγο θέλαμε να ξεχάσουμε και MEGA TEST και φωτογραφήσεις και επιστροφή στην Αθήνα, και να μείνουμε εκεί πάνω παλεύοντας με τα θηρία.

Εντύπωση επίσης μου έκανε πως ΟΛΑ τα παραμεθόρια χωριά είχαν συγκοινωνία, με τα φοβερά βανάκια UAZ-452, που το παρατσούκλι τους λόγω σχήματος είναι "φρατζόλες". Και θεωρώ πολύ πιο οικο-λογική την χρήση του ίδιου τύπου αυτοκινήτου από το 1960 μέχρι σήμερα, με κάποιες λίγες βελτιώσεις. Όπως και οι μοτοσυκλέτες που χρησιμοποιούνται από τότε στα βουλγάρικα βουνά, οι ΙΖΗ Planeta 350, κι εξακολουθούν να φροντίζουν την μετακίνηση των κατόχων τους. Μπορεί τα UAZ να μην είναι ό,τι πιο σύγχρονο και άνετο και με εικοσιεφτά αερόσακους, αλλά υπάρχουν, εξακολουθούν να δουλεύουν και το κυριότερο, φροντίζουν για την συγκοινωνία των χωριών.

Κάτι άλλο που θα ονειρευόμουν και για την δική μου χώρα, και που ισχύει στην βουλγάρικη μεθόριο, είναι η πανταχού παρούσα δασική της υπηρεσία. Σ’ έναν τόπο με 90% δασοκάλυψη, καταλαβαίνετε πόσο σημαντικό είναι αυτό. Φαίνεται βέβαια, από τα εγκαταλελειμμένα κτίρια στα βουνά, πως κάποτε η δασική τους υπηρεσία ήταν πολυπληθέστερη, αλλά ακόμα κι έτσι είχαν φύλαξη όλων των κεντρικών διασταυρώσεων, όπως και συνεχή παρουσία στους δασικούς δρόμους. Δασικός σταμάτησε, ενώ ήμασταν ήδη κατασκηνωμένοι σε ένα από τα πολλά κιόσκια-camp, και μας σύστησε να ανάβουμε φωτιά μόνο εκεί. Πραγματικά χαρήκαμε που έδειχναν τέτοιο ενδιαφέρον, πουθενά δεν είδαμε καμένα, πουθενά παλιά φωτιά πέρα από τα μέρη που επιτρέπεται. Ευτυχώς, σκεφτόμουν, που δεν μιλάω βουλγάρικα, γιατί, τι θα του έλεγα; Πως τα δάση της Ελλάδας τα έχει ρημάξει η λαθροϋλοτομία, ειδικά τα τελευταία χρόνια; Πως έφευγαν νταλίκες φορτωμένες λαθραία ξυλεία, ακόμα κι από νησιά όπως η κατακαμένη Κεφαλλονιά, και κανείς δεν νοιαζόταν;

 

Έβλεπα τα δικά τους ζωντανά ορεινά χωριά, κι ονειρευόμουν να μπορούσαν να ξαναγίνουν και τα δικά μας έτσι. Η συντριπτική πλειοψηφία των χωριών που είδαμε το καταφέρνουν αυτό χωρίς εισοδήματα από τον τουρισμό. Ένα σημείο κλειδί πρέπει να είναι ότι το κάθε σπίτι έχει τον κήπο του όπου καλλιεργεί τα λαχανικά του, συν κάποια οικόσιτα ζώα. Μπορεί στα δικά μας κυριλέ –τρομάρα μας- μάτια να μοιάζουν φτωχικά, και να είναι, υπάρχει όμως μια μεγάλη αξιοπρέπεια στην μερική, έστω, αυτάρκεια.

Παρατηρούσαμε πως πολλοί έκαναν εξορμήσεις στα δάση και μάζευαν μανιτάρια, βατόμουρα κι άλλα καλά του δάσους, τα οποία μαζί με την περίσσεια των λαχανικών θα συντηρηθούν για να φαγωθούν τον χειμώνα. Αλλά εμείς θέλουμε να είναι όλα αγοραστά, μάρκα τάδε, και επίσημα πια, να τρώμε μόνο μεταλλαγμένα της Monsanto. Ακούστε και τον Πούτιν σχετικά με τα μεταλλαγμένα, και συγκρίνετε τις απόψεις του με αυτές των Ελλήνων πολιτικών.

Θαυμάσαμε τις τεχνητές λίμνες τους, τέσσερις μεγάλες στην περιοχή που επισκεφτήκαμε, κι είδαμε πόσο τις χαίρονται τα Σαββατοκύριακα οι κάτοικοι των γύρω περιοχών. Κατασκηνώνουν στις όχθες τους, κάνουν καγιάκ, βόλτες με τις βάρκες τους, ρίχνουν κι ένα ξεγυρισμένο ψάρεμα για το φαγητό τους. Στις δικές μας, τα πάντα απαγορεύονται, γιατί δεν ανήκουν φαίνεται στο ελληνικό κράτος, αλλά στη ΔΕΗ ή κι εγώ δεν ξέρω σε ποιόν.

Ονειρεύομαι να μπορούσα να τριγυρίζω εκεί στην Ροδόπη πίσω απ’ τα σύνορα για μήνες, χρόνια... Με τα πόδια, με εντούρο, με on-off, με αυτοκίνητο, με UAZ και IZH και με τα κάρα των τσιγγάνων που συναντήσαμε. Να περπατήσω πάλι τα ξεχασμένα ορεινά περάσματα που ένωναν κάποτε τους τόπους, όταν δεν τους χώριζαν τα σύνορα και οι "αγορές", όπως το κάνουν σήμερα. Να μπορούσα να καταλάβω πως έχουν βιώσει αυτοί οι άνθρωποι τις δεκαετίες που πέρασαν, να καταλάβω γιατί αυτή η γιαγιά στη Mugla είχε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον να μας δείξει από που πάει το μονοπάτι για Trigrad, αυτό που περνάει από τα τσαΐρια με τις λιμνούλες, ψηλά στο βουνό. Να ζήσω για λίγο στο Trigrad, να βγω εντουράδα με τους ντόπιους, να καταλάβω και τι σημαίνει γι’ αυτούς ένα τζαμί και μια εκκλησία δίπλα δίπλα. Να μάθω την καταγωγή των κατοίκων του Gela, που δηλώνει γενέτειρα του Ορφέα, και που οι φωτογραφίες τους έξω από την Αγία Τριάδα θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι παλιές από τα δικά μας Βλαχοχώρια. Για να είναι από δω, ο Ορφέας μάλλον τσομπάνος θα ήταν, και θα έπαιζε την μουσική του όσο έβοσκε τα γελάδια του. Ή ξυλοκόπος, γιατί τι άλλο να κάνει κανείς εδώ; Ίσως κάποιες τέχνες που τώρα πια έχουν ξεχαστεί.

 

Τι καλύτερο; Λίγο λίγο τα όνειρά σου να γίνονται ταξίδια, βόλτες, παρέες, τοπία, άνθρωποι με τους οποίους δεν έχεις κοινή γλώσσα, αλλά εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε, κάπως την βρίσκεις την άκρη, αυτή την άκρη των αόρατων νημάτων που συνδέουν όλους τους Βαλκάνιους. Γειτονιά μας είναι, κι η μοτοσυκλέτα είναι ακόμα ένας τρόπος για να την γνωρίσουμε, και να κάνουμε ακόμα περισσότερα όνειρα πίνοντας με την παρέα μας μπύρα Kamenitza, σε κάποιο φιλόξενο κιόσκι της Ροδόπης. Και κάπου εκεί ίσως καταλάβουμε πως όταν ένας καβαλάρης με την μοτοσυκλέτα του συναντιέται στα οροπέδια του Sveti Petar με έναν καβαλάρη τσιγγάνο και χαιρετιούνται, έχουν περισσότερα κοινά να τους ενώνουν, παρά διαφορές που τους χωρίζουν.