Editorial 563 - άι, άι, άι!

x
Από το

motomag

1/10/2016

Α.Ι., όπως λέμε Artificial Intelligence, Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο όρος έχει περάσει από την επιστημονική φαντασία στην καθημερινότητα, καθώς όσο εξελίσσονται οι υπολογιστές, δουλειές που κάποτε θεωρούνταν θρίαμβος της τεχνητής νοημοσύνης, τώρα πια θεωρούνται ρουτίνα, και πάμε γι’ άλλα. Το πιο κοντινό στις μοτοσυκλέτες παράδειγμα είναι τα αυτόνομα αυτοκίνητα, που αντιλαμβάνονται το περιβάλλον τους και τις συνθήκες που επικρατούν, αποφασίζοντας ανάλογα – και μόνα τους – για τις ενέργειές τους. Ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε αναφερθεί η Α.Ι. σε συνάρτηση με τις μοτοσυκλέτες, αλλά το έκανε πρόσφατα η Kawasaki.

Ανακοίνωσε πως εξελίσσει ένα σύστημα που θα επιτρέπει στις μοτοσυκλέτες της να ακούν τι τους λέει ο αναβάτης τους, να του απαντούν, ενώ παράλληλα θα αντιλαμβάνονται πως οδηγεί, ποιες είναι οι ικανότητές του και η εμπειρία του. Σ’ αυτά, θα πρέπει να προσθέσουμε και την διάθεση του αναβάτη κάθε δεδομένη στιγμή, αφού η εταιρία με την οποία συνεργάζεται η Kawasaki, n Softbank Robotics, έχει ήδη ένα ρομποτάκι εν λειτουργία, ονόματι Pepper, που συνομιλεί κανονικά με τους ανθρώπους, ενώ παράλληλα αντιλαμβάνεται την διάθεσή τους, την ψυχολογική τους κατάσταση, τα συναισθήματά τους, αναλύοντας την φωνή τους.  Η Kawasaki ονομάζει το πρόγραμμά της Kanjo Engine, όπου Kanjo σημαίνει συναίσθημα. Από τα λίγα που έχει ανακοινώσει, μαθαίνουμε πως ο Kanjo (να του δώσουμε ένα όνομα, για να το προσωποποιήσουμε) των μελλοντικών Kawasaki θα προτείνει στον αναβάτη του ό,τι θα κρίνει πως θα κάνει την βόλτα του πιο ασφαλή και πιο απολαυστική... Εδώ πραγματικά δεν μπορώ να κρατηθώ, γιατί οι ευκαιρίες για να κάνει πλάκα κανείς με το θέμα είναι ήδη πολλές... Φαντάζομαι αναβάτες μελλοντικών Kawasaki να συζητούν μεταξύ τους: "Καλά ε, ο δικός μου ο Kanjo μου έχει βγει πολύ κάγκουρας! Μην καταλάβει πως περνάμε από καφέ που έχει κι άλλα μηχανάκια παρκαρισμένα, και να οι σούζες, να τα σπιναρίσματα, για πότε βγάζει το traction control και ρυθμίζει την απόκριση του γκαζιού στο "ακαριαίο", για πότε βάζει το souza control στο mode "να ξύνει η πινακίδα άσφαλτο", ούτε που το παίρνεις χαμπάρι!" Και να του απαντάει ο φίλος του: "Μπα, άσε, τον δικό μου τον Kanjo τον άρχισα σε κάτι μπινελίκια, κι ακόμα μούτρα μου κρατάει, μια βδομάδα έχει να μου μιλήσει. Έχει επιλέξει τον χάρτη απόδοσης "μόλις που σέρνεται" και δεν μου τον αλλάζει με τίποτα, πρέπει να βρω πως θα τον καλοπιάσω..."   

Η Kawasaki δεν έχει ανακοινώσει φυσικά τις δυνατότητες, ή τις φιλοδοξίες του συστήματος, αλλά το κεντρικό κομμάτι, πέρα από την πληροφόρηση που θα μπορεί να του δίνει για το περιβάλλον του (τις συνθήκες κυκλοφορίας, για παράδειγμα), θα είναι να προσαρμόζει τις ρυθμίσεις της μοτοσυκλέτας έτσι ώστε να ταιριάζουν στο προφίλ του αναβάτη που θα έχει διαμορφώσει. Το προφίλ αυτό θα βγαίνει από τον τρόπο που οδηγεί και την ψυχολογική του κατάσταση, κι άρα ήδη εδώ μπορεί να βγει ένα πρώιμο συμπέρασμα πως αυτές οι ρυθμίσεις θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι και αντίθετες με τις επιθυμίες του αναβάτη, αν ο "Kanjo" είναι έτσι προγραμματισμένος... Με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα, μια τέτοια "Emotion Engine" θα μπορούσε να ρυθμίζει τον τρόπο απόδοσης του κινητήρα, τις αναρτήσεις, την ισχύ των φρένων και το ABS, το traction control, το σούζα control και όποιο άλλο σύστημα της μοτοσυκλέτας μπορεί να ρυθμιστεί ηλεκτρικά ή ηλεκτρονικά, όπως προτιμάτε. Παρένθεση εδώ, με ερώτηση:  Ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει τις καλές, καλοεξελιγμένες μοτοσυκλέτες, και απαραίτητο για την οδήγηση, είναι η προβλεψιμότητα. Να ανταποκρίνονται δηλαδή στις εντολές του αναβάτη κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο. Η προβλεψιμότητα φέρνει την εμπιστοσύνη, κι η εμπιστοσύνη είναι κλειδί και για να πας γρήγορα και για να το απολαύσεις. Πως θα λειτουργεί ο Kanjo σ’ αυτό το θέμα; Πως και πότε θα αντιλαμβάνεται ο αναβάτης τις αλλαγές; Δεν ξέρουμε.

 Τέτοιες ερωτήσεις και απορίες και πλάκες γίνονται αν θεωρήσουμε πως τέτοια συστήματα τεχνητής νοημοσύνης απευθύνονται σε έμπειρους, κατασταλαγμένους αναβάτες. Πόσο χρήσιμα όμως θα μπορούσαν να είναι σ’ αυτούς που θέλουν να γίνουν μοτοσυκλετιστές, αλλά διστάζουν; Ας μην ξεχνάμε πως ένα από τα μεγαλύτερα θέματα για τους κατασκευαστές είναι πως ο μέσος όρος ηλικίας των αναβατών αυξάνει συνεχώς, και ψάχνουν να βρουν τρόπους για να προσελκύσουν νέους αναβάτες, ανθρώπους δηλαδή που θα θεωρήσουν την μοτοσυκλέτα πιο συναρπαστική από το κινητό τους. Έτσι, ακούγεται πιο λογική η σκέψη: Όσοι έχουν συνηθίσει να μιλάνε στο και με το κινητό τους, είτε κάνουν καμάκι στην Siri είτε δίνουν φωνητικές εντολές, θα αισθάνονταν πιο οικεία αν μπορούσαν να μιλάνε στην μοτοσυκλέτα τους, και η μοτοσυκλέτα τους να τους απαντά. Θα φτιάξει η Kawasaki το αντίδοτο της μοτοσυκλετιστικής μοναξιάς; Θα είναι όντως πιο ελκυστικές έτσι οι μοτοσυκλέτες για τους νέους;  Ή μήπως η σχετική αδυναμία προσέγγισης του νεανικού κοινού οφείλεται ακριβώς στο γεγονός πως οι πιο μικρές και πιο προσιτές μοτοσυκλέτες των κατασκευαστών παραείναι ανώδυνες, άχρωμες, άοσμες και ακίνδυνες; Θέλω να πω, μήπως αντί για να δώσουν στους νέους και άπειρους έναν μέντορα που θα τους παίρνει χεράκι χεράκι και θα προσαρμόζει την μοτοσυκλέτα στα μέτρα τους, θα ήταν καλύτερα να επικεντρωθούν στο πως θα κάνουν τις προσιτές μοτοσυκλέτες συναρπαστικές;   

Με αυτό που η Kawasaki ονομάζει "Emotion Generation and Natural Language Dialogue System", ελπίζει να πετύχει και κάτι άλλο: Να ενισχύσει τον δεσμό ανάμεσα στην συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα και τον αναβάτη, με την ελπίδα πως θα απολαύσει τόσο την εμπειρία οδήγησης μιας μοτοσυκλέτας που η "προσωπικότητά της" θα εξελίσσεται συνεχώς, έτσι ώστε να παραμείνει πελάτης της, και να συνεχίσει να αγοράζει Kawasaki. Είναι κάτι που όλοι οι κατασκευαστές ονειρεύονται, κανείς όμως μέχρι τώρα δεν το έχει πετύχει με αυτό τον τρόπο. Η θεωρία βέβαια πως οι μοτοσυκλέτες έχουν "προσωπικότητα", δεν ισχύει, τουλάχιστον κυριολεκτικά. Όταν το λέμε αυτό, δεν εννοούμε τίποτα άλλο από το σύνολο των προτερημάτων και μειονεκτημάτων τους, που του δίνουμε μια ανθρωπόμορφη χροιά γιατί απλά είναι πιο εύκολο για ανθρώπους να αλληλεπιδρούν με άλλους ανθρώπους, παρά με άψυχα μηχανήματα. Επειδή λοιπόν τα γουστάρουμε τόσο πολύ αυτά τα μηχανήματα, τα φορτώνουμε με προσωπικότητα και χαρακτήρα και προθέσεις και εκδικητικότητα ή και σεξουαλικές δράσεις – γαμάει το μηχανάκι. Λες και είναι έμβια όντα, που δεν είναι. Αλλά εμείς νιώθουμε καλύτερα αν μιλάμε γιαυτά λες και είναι.

 Με μια άλλη θεώρηση, θα πρόκειται για τις απόλυτα custom μοτοσυκλέτες, αφού η κάθε μία θα γίνεται με τον καιρό μοναδική, προσαρμοσμένη στον ιδιοκτήτη της. Δεν ξέρουμε πόσο διάστημα προσαρμογής θα χρειάζεται αν πουληθεί και θα πάει σε άλλο ιδιοκτήτη, ή θα πρέπει πριν να πάει στον ψυχολόγο μηχανικό στο service να της κάνει reset προσωπικότητας. Και η έννοια της μοναδικότητας όμως είναι χαρακτηριστικό που πολλοί ψάχνουν στην μοτοσυκλέτα που επιλέγουν. Μόνο που στην περίπτωση αυτή, οι διαφορές θα είναι εσωτερικές, αντί για εξωτερικές.  Στην ανακοίνωση της Kawasaki αναφέρονται και τρεις άλλες λέξεις, σχετικές με την λειτουργία του συστήματος: Internet, και cloud storage.  Με αυτές, ξεκινά μια νέα σειρά ερωτήσεων, για το αν θέλουμε στην μοτοσυκλέτα μας χαρακτηριστικά που οι περισσότεροι έχουμε αποδεχτεί για τα κινητά μας, που ξέρουν ανά πάσα στιγμή που βρισκόμαστε, τι κάνουμε και τι λέμε. Με τον "Kanjo" συν-αναβάτη, η μοτοσυκλέτα μας και όσοι έχουν πρόσβαση στα δεδομένα της, θα μπορούν να ξέρουν όχι μόνο που πήγαμε, αλλά και πόσο ανοίξαμε το γκάζι ή πόσο υπερβήκαμε το όριο ταχύτητας. Kι αυτό που παλιααά λέγαμε, πως μοτοσυκλέτα ίσον ελευθερία, μάλλον θα πρέπει να το ξανασκεφτούμε.  

editorial 540 - ό,τι επιθυμείς!

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

31/10/2014

 

Δεν είναι τα 300 άλογα. Δεν είναι ότι από αύριο θα βγούμε όλοι και θα πηγαίνουμε με 350. Δεν είναι καν ότι κάποιος από μας χρειάζεται ντε και καλά 300 άλογα. Αυτό όμως που χρειάζεται ο κόσμος της μοτοσυκλέτας είναι ένα ξυπνητήρι. Και είναι η Kawasaki που αποφάσισε να το φτιάξει.

Γιατί καλές είναι όλες αυτές οι μοτοσυκλέτες που χρειαζόμαστε, καλά τα λογικά βασικά μεταφορικά μέσα, καλές οι πολύ οικονομικές αλλά άχρωμες και άοσμες, έχουν όμως ένα μεγάλο μειονέκτημα: Κανείς δεν ενθουσιάζεται μαζί τους, όσο κι αν κάνει την δουλειά του. Χρόνια τώρα διαμαρτυρόμαστε και κουνάμε θλιμμένοι το κεφάλι, γιατί στην ουσία ο μύθος της μοτοσυκλέτας έχει πάρει πολύ νερό, ε, και πως να είναι διαφορετικά όταν οι μοτοσυκλέτες έγιναν είδος μαζικής κατανάλωσης; Μοιάζει να έγινε ξαφνικά, αλλά στην πραγματικότητα τα είκοσι τελευταία χρόνια με την τεχνολογική εξέλιξη των μοτοσυκλετών, όλοι και η γιαγιά μου μαζί ανακάλυψαν πως μπορούσαν να οδηγήσουν μία. Πρόοδος στα ελαστικά, στα φρένα, στα ηλεκτρονικά του κινητήρα, στα ABS, να και traction control, να και όλα τα ηλεκτρονικά control που μπορεί κανείς να φανταστεί, κι ευτυχώς, γιατί σώθηκε πολύ κόσμος. Το θέμα είναι πως όσο περισσότερο ασφαλείς γίνονται οι μοτοσυκλέτες, τόσο πιο δύσκολο είναι να γίνουν μύθοι. Φτάσαμε σε ένα σημείο που η αίσθηση που παίρνεις όταν οδηγείς έχει απομακρυνθεί πολύ από τα ανθρώπινα δεδομένα, καθώς γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ταυτιστεί ο αναβάτης μαζί της, αφού νιώθει πια πως δεν είναι και τόσο απαραίτητη η δική του συμβολή στο θέμα οδήγηση. Με άλλα λόγια, πιο πολύ μας πάνε, παρά τις πάμε. Μ’ αυτά και με τ’ άλλα, οι superbike εξειδικεύτηκαν απόλυτα για πίστα, τόσο που δεν φαίνεται να έχει και πολύ νόημα να τις οδηγείς στο δρόμο. Κάτι σαν να κυνηγάς σπουργίτια με κανόνι ένα πράμα.

Κάπου εκεί, να και κάτι οικονομικές κρίσεις λέει, να και κάτι όψιμες οικολογικές ανησυχίες για το αν θα καίνε 4,5 ή 5 λίτρα στα εκατό, είχαμε γεμίσει από εξαιρετικές αλλά βαρετές μοτοσυκλέτες. Και κακά τα ψέματα, οι υπερμοτοσυκλέτες πάντα έπαιζαν τον ρόλο των προβολέων ενός σταδίου: Φωτίζουν τον χώρο που παίζουν οι άλλες. Δημιουργούν την αίγλη και τον μύθο, πυροδοτούν συζητήσεις, η δόξα τους αντανακλάται σε όλη την γκάμα της εταιρίας. Πόσο όμως να συζητήσεις για ηλεκτρονικά και "τι σου κάνει εσένα η δικιά σου στο mode 2, level 3 του traction control;" Χάθηκαν οι συζητήσεις και οι αναφορές σε βασικές αισθήσεις, που όλοι μπορούν να καταλάβουν και να ενθουσιαστούν.  Χάθηκαν τα ελαττώματα και οι υπερβολές που ήταν το αλάτι στο φαΐ της μοτοσυκλέτας.

Όταν κάτσει κανείς και σκεφτεί ποιες μοτοσυκλέτες έγιναν θρύλοι, συνήθως ήταν αυτές που γέμιζαν τα νεκροταφεία, ή για να μην είμαστε τόσο μακάβριοι, αυτές που ήταν εντελώς αντι-κοινωνικές, αντι-ασφαλείς, αντι-οικονομικές, όλα τα αντί. Ακόμα συζητιούνται τα τρικύλινδρα δίχρονα της Kawasaki, που ακόμα και το Mach IV 750, γνωστό κι ως Η2, είχε μόνο 74 αλογάκια για 200 κιλά, με καλαμάκια πιρουνιού σαν καλαμάκια φραπέ, με αμορτισέρ που είχαν μόνο ελατήρια, με πλαίσιο που ίσα ίσα κράταγε όλα τα εξαρτήματα πάνω του. Κι όμως, οι αναβάτες έτρεχαν μαζικά τότε στις εκθέσεις για να το δουν (τουλάχιστον στις ΗΠΑ, γιατί εδώ ελάχιστοι μπορούσαν να το αγοράσουν), και λόγω του σλόγκαν της διαφήμισής του ("... μια επιτάχυνση που κανείς αναβάτης δεν έχει ξανανιώσει") και λόγω της φήμης του, που διαδόθηκε αστραπιαία από όσους το οδήγησαν. Λογικά, με τέτοια φήμη του στυλ "το πιθανότερο είναι ή να φύγεις από πάνω του όταν ροπιάσει, ή να σε πετάξει κάτω όταν πλαγιάσει", κανείς δεν θα ήθελε να το πλησιάσει, κι όμως συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Κι όμως, το Mach III 500 ήταν πολύ πιο απότομο κι ατίθασο, το Mach IV 750 ήταν πολύ πιο "γλυκό", τουλάχιστον συγκριτικά. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η απόφαση της Kawasaki να χρησιμοποιήσει ακριβώς τις ίδιες εκφράσεις, "κανείς δεν έχει ξανανιώσει τέτοια επιτάχυνση", για την νέα της H2R, και να της δώσει και το ίδιο όνομα με την αγωνιστική έκδοση του αερόψυκτου δίχρονου 750. Είναι σαφές πως απευθύνεται σε βασικές αισθήσεις, σε βασικά ένστικτα του ανθρώπου, αντί να προσπαθεί να ικανοποιήσει κάποια ορθολογιστικά και ασαφή κριτήρια.

 

Ακόμα και στην προ-ιαπωνική εποχή, οι μοτοσυκλέτες που έμειναν στην ιστορία είναι κάτι Gold Star, κάτι Vincent, κάτι Brough Superior, που όλες τους ήταν φτιαγμένες για τους κάγκουρες της εποχής που τις τελίκιαζαν σε κάθε ευκαιρία και μούσκευαν τα βρακιά τους όταν ξεπερνούσαν ταχύτητες που τα σημερινά 250 καθημερινής χρήσης φτάνουν άνετα.  Έφτιαξαν και κάτι τρικύλινδρα που τόσο γρήγορα τους φαίνονταν που τα ονόμασαν Rocket, και χάρηκαν για λίγο μέχρι που η Honda έβγαλε το δικό της τετρακύλινδρο 750, που και πύραυλος ήταν (και πάλι με εβδομήντα-κάτι αλογάκια!) και δούλευε για δεκαετίες χωρίς να χάνει λάδια. Η Κawasaki ετοίμαζε κι αυτή τότε το δικό της 750, αλλά την πρόλαβε η Honda και για να μην δείξει πως ακολουθεί, το μεγάλωσε σε 900. Πιο πολλά κυβικά, πιο πολλά γκάζια κι ένας κυβισμός που δεν είχαμε δει μέχρι τότε, ξεκίνησαν ένα κεφάλαιο επιδόσεων που κράτησε για δεκαετίες και εξελίχθηκε σε Ninja. Tα αερόψυκτα μπορεί να είχαν μεγαλώσει σε καρχαρίες 1100 και να κρατούσαν ξάγρυπνους τους νοικοκυραίους τα βράδια, αλλά τα λιγότερα μεν, υγρόψυκτα δε 900 κυβικά της GPz900R ξεκίνησαν μια άλλη μάχη, αυτή της τελικής. Παράλληλα όμως με τις τελικές, ανέβαιναν και τα κιλά, αφαιρώντας από την αίσθηση επιτάχυνσης, και δίνοντας περισσότερο βάρος στο μάζεμα χιλιομέτρων. Το αποκορύφωμα και το κύκνειο άσμα αυτής της, εεε, φιλοσοφικής προσέγγισης στο θέμα μοτοσυκλέτα, ήρθε με την ZX-12R, την πιο γρήγορη σε τελική που μετρήσαμε ποτέ στο ΜΟΤΟ, με 312 πραγματικά χιλιόμετρα. Ο πλανήτης όμως είχε γίνει πια πολύ πυκνοκατοικημένος, και μια τέτοια μάχη δεν είχε μέλλον. Και πριν οι μπαμπούλες της ασφάλειας προλάβουν να επέμβουν νομοθετικά, οι κατασκευαστές έκαναν "συμφωνία κυρίων", εθελοντικά δηλαδή περιόρισαν ηλεκτρονικά την τελική των μοτοσυκλετών στα 299. Φυσικά, τίποτα το διαφορετικό δεν συμβαίνει στα 301 σε σχέση με τα 299, το νόημα όμως ήταν πως ο ανταγωνισμός σε αυτό το πεδίο ήταν πια νεκρός, οπότε μ’ ένα σμπάρο, πολλά τρυγόνια. Απ’ τη μια οι εταιρίες έδειχναν προς τα έξω (δηλαδή, προς τους μη μοτοσυκλετιστές) ένα πρόσωπο τάχαμου κοινωνικής ευαισθησίας, κι απ’ την άλλη, ξέμπλεξαν από μια υπόθεση που απαιτούσε όλο και περισσότερους πόρους, πολύ ακριβή, που τα αποτελέσματά της ελάχιστοι μπορούσαν να απολαύσουν, σε ελάχιστες περιπτώσεις. Λογικά, ήταν μια ουτοπική μάχη, καθώς όλο και μεγαλύτερη ιπποδύναμη απαιτούνταν για να ανέβουν ελάχιστα τα χιλιόμετρα. Και που να τα δεις πια αυτά τα νούμερα στο κοντέρ σου; Ούτε καν στις autobahn πια, έχουν και κίνηση και όρια σχεδόν παντού.

 

Επαναπαύτηκαν όμως, είπαν ούφ, γλιτώσαμε απ’ τον μπελά, ας παίξουμε τώρα το παιχνιδάκι της ασφάλειας, είναι ένας καλός τρόπος για να πουλήσουμε περισσότερες μοτοσυκλέτες, αφού θα απευθυνόμαστε πια και σε όλους αυτούς που τις φοβόντουσαν. Αμ δε! Μόλις έφυγε αυτό το στοιχείο του κυνηγιού της τελικής, που ήταν άλλωστε εντελώς παράνομο στο 99,99% των δρόμων του πλανήτη, οι πωλήσεις δεν αυξανόντουσαν πια, αλλά άρχισαν να κάνουν μια σταθερή βουτιά: Είχαν ξεχάσει να αντικαταστήσουν τις τελικές με κάτι άλλο, πιο χειροπιαστό, πιο άμεσο, κάτι που την εμπειρία του θα μπορούσε να την έχει ο καθένας, καθημερινά.  Ήλπιζαν, για πολλά χρόνια, πως την μαγεία της παρανομίας και του κυνηγιού των τελικών στους ανοιχτούς δρόμους θα αντικαθιστούσε η οδήγηση στις πίστες, οπότε έριξαν το βάρος εκεί. Όμως, η οδήγηση σε πίστα δεν είναι κάτι που μπορείς να κάνεις κάθε μέρα, έχει πρόσθετα έξοδα, κι επιπλέον απαιτεί αυξημένες οδηγικές ικανότητες γιατί τα χρονόμετρα, όπως και οι υπόλοιποι που γυρνάνε στην πίστα, ξέρουν πολύ καλά ποιος πάει γρήγορα και ποιος όχι. Το βάρος, σ’ αυτή την περίπτωση, η ευθύνη αν θέλετε, μετατοπίζεται έτσι από την μοτοσυκλέτα στον αναβάτη. Δεν μπορείς να έχεις "την πιο γρήγορη", γιατί στην πίστα η πιο γρήγορη είναι αυτή που ο αναβάτης της την πάει γρήγορα. Τζίφος. Κανείς δεν θέλει να του θυμίζουν πως εκείνος φταίει, πως θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο.  Η αίσθηση όμως, ααα, η αίσθηση δεν είναι κάτι μετρήσιμο. Μπορούμε να φανταστούμε κάποιον στην Kawasaki να προσπαθεί να βρει μια νέα κατεύθυνση, αφού αυτή της τελικής είχε κλείσει προ πολλού, και να τρίβει το πιγούνι του πριν αναφωνήσει "Χάι! Αξελερέισον! Χόρσ-πάουερ!". Αλλά φυσικά δεν έγινε έτσι. Καιρό το μελέταγε η Kawasaki το θέμα κομπρέσορας, κι είχαν βγει κάτι φήμες πως θα τον έβαζε σε ΖΖ-R 1400, γιατί κανείς δεν φανταζόταν πως η Kawasaki – μοτοσυκλέτες θα έβαζε όλη την Kawasaki – Heavy Industries να δουλεύει νύχτα μέρα, για να φτιάξει το απόσταγμα της τεχνολογίας της. Οι περισσότεροι από τους μηχανολόγους των άλλων τμημάτων δεν θα είχαν ποτέ ασχοληθεί με τόσο μικρά και λεπτά ζητήματα. Ο κύριος κινητήρες jet δεν είχε σκεφτεί ποτέ πως θα μπορούσαν να φτιαχτούν τόσο μικρά πτερυγιάκια κι ο κύριος πενταόρωφοι 18κύλινδροι κινητήρες πλοίων δεν φανταζόταν πως θα ασχοληθεί με φαινόμενα προανάφλεξης σε κάτι κυλινδράκια σαν κουτάκια αναψυκτικού.

 

Δεν έχει σημασία αν η H2R γίνει εμπορική επιτυχία ή όχι. Φυσικά καλό θα ήταν για την Kawasaki, κι είμαι σίγουρος πως οι ευθείες των dragster θα στενάξουν, όπως και κάθε μορφής ευθεία. Πριν ακόμη όμως πουληθεί έστω και μία, η H2R έχει ήδη την μεγαλύτερη επιτυχία και αντίκτυπο. Το σημαντικό είναι πως η Kawasaki τόλμησε να ταράξει τα στάσιμα νερά, να ανοίξει το δρόμο σε μοτοσυκλέτες συναρπαστικές, σε πιθανότητες ατελείωτες, να ξυπνήσει και τους άλλους κατασκευαστές και να τολμήσουν κι εκείνοι να εξερευνήσουν νέους δρόμους, σε κάθε κατηγορία. Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια, κι η Kawasaki τρελή δεν είναι, ούτε μικρή, κι όμως, μας θύμισε την αλήθεια, πως μοτοσυκλέτα χωρίς τρέλα και πάθος δεν έχει νόημα, μόνο με ορθολογισμό δεν έχει ψυχή. Οι μύθοι δεν δημιουργούνται από μοτοσυκλέτες που "χρειάζεσαι", αλλά από μοτοσυκλέτες που επιθυμείς σαν τρελός, που στοιχειώνουν τα όνειρά σου. Άλλωστε, όταν ευχόμαστε σε κάποιον, δεν του λέμε "ό,τι χρειάζεσαι", "ό,τι επιθυμείς" του λέμε.