Πως η Ducati βελτίωσε τα ιαπωνικά πλαίσια

Κατανοώντας την ελεγχόμενη παραμόρφωση
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

20/7/2022

Επί ολόκληρες δεκαετίες το ζητούμενο των ιαπωνικών εργοστασίων μοτοσυκλετών ήταν η ακαμψία του πλαισίου. Χρησιμοποιώντας αποκλειστικά κινητήρες με έναν, δύο, τρεις ή τέσσερεις κυλίνδρους εν σειρά, τα ιαπωνικά εργοστάσια σχεδίαζαν για τις μοτοσυκλέτες παραγωγής ατσάλινα περιμετρικά πλαίσια από σωλήνες στρογγυλής διατομής, όπου το κάτω τμήμα τους ήταν αφαιρούμενο για εύκολη και γρήγορη τοποθέτηση του κινητήρα στις γραμμές παραγωγής.

Σε αυτή την “αδύναμη” αρχιτεκτονική του πλαισίου προς όφελος της ταχύτερης και φτηνότερης παραγωγής, έρχεται να προστεθεί και η “χαλαρή” σύνδεση του κινητήρα με το πλαίσιο λόγω του σχεδιασμού των κάρτερ, τα οποία ήταν οριζόντια χωρισμένα (λεπτομέρειες θα βρεις ΕΔΩ) και οποιαδήποτε ισχυρή σύνδεσή τους με το πλαίσιο θα προκαλούσε την καταστροφική καταπόνησή τους και πιθανότατα την καταστροφή του κινητήρα. Επιπρόσθετα, οι ιαπωνικοί δικύλινδροι εν σειρά και τετρακύλινδροι εν σειρά, έπασχαν από κραδασμούς δεύτερης τάξης λόγω χρονισμού του στροφάλου τους, κάνοντας συχνή τη χρήση ελαστικών βάσεων σύνδεσης του κινητήρα με το πλαίσιο.

Την ίδια εποχή, η Ducati και η Moto Guzzi μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα στενά και ισχυρά κάρτερ των V2 κινητήρων τους ως ενεργό δομικό στοιχείο των πλαισίων τους, τα οποία μάλιστα ήταν κατασκευασμένα από χρωμιομολυβδενιούχο ατσάλι, το οποίο έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από το κράμα μετάλλου που χρησιμοποιούσαν τα ιαπωνικά εργοστάσια. Μάλιστα οι Ιταλοί είχαν τεράστια πρακτική εμπειρία και εκατοντάδες εξειδικευμένους τεχνίτες που γνώριζαν κάθε μυστικό για την κατασκευή σωληνωτών πλαισίων από χρωμιομολιβδενιούχο ατσάλι, καθώς αυτή την τεχνική που ονόμαζαν Superleggera” (υπερελαφριά) χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή πλαισίων αγωνιστικών αυτοκινήτων επί δεκαετίες. Ακόμα και οι τετρακύλινδρες εν σειρά μοτοσυκλέτες των Ιταλών (Gilera, MV Agusta, Benelli) είχαν πολύ πιο ισχυρά πλαίσια από τις ιαπωνικές μοτοσυκλέτες, διότι ο σχεδιασμός των πλαισίων τους ακολουθούσε κατά γράμμα τη σχεδίαση των αγωνιστικών μοτοσυκλετών τους, αδιαφορώντας για την εύκολη και γρήγορη τοποθέτηση του κινητήρα στις γραμμές παραγωγής και σπανίως είχαν αφαιρούμενα τμήματα. Επίσης οι Ιταλοί αδιαφορούσαν για κάποιες λεπτομέρειες στο σχεδιασμό των πλαισίων τους, όπως ας πούμε η απευθείας σύνδεση του πλαϊνού σταντ πάνω στα κάρτερ του κινητήρα, που είχε ως αποτέλεσμα το βάρος της μοτοσυκλέτας να “ανοίγει” τα ζεστά-μαλακά κάρτερ μετά από κάθε βόλτα και να προκαλεί διαρροές λαδιού…

Οι Ιταλοί σχεδίαζαν και κατασκεύαζαν πλαίσια έχοντας στο μυαλό τους μόνο την συμπεριφορά της μοτοσυκλέτα στη γρήγορη (αγωνιστική) οδήγηση, ενώ οι Ιάπωνες είχαν στο μυαλό τους τη διαδικασία παραγωγής και την πρακτικότητα.

 

Έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70, τα ελαστικά των μοτοσυκλετών ήταν στενά και οι πίστες είχαν πολλές ευθείες και λίγες ανοιχτές στροφές. Η ανάγκη να πλαγιάζουν οι μοτοσυκλέτες ήταν μικρή, οπότε η μοναδική δουλειά που είχε να κάνει το πλαίσιο μιας μοτοσυκλέτας έως τότε ήταν η σταθερότητα στην ευθεία με υψηλές ταχύτητες.

Ένα απόλυτα άκαμπτο πλαίσιο και το χαμηλό κέντρο βάρους ήταν το μόνο που χρειαζόσουν, κάτι που βόλευε τα ιαπωνικά εργοστάσια με τους τεράστιους σε όγκο αερόψυκτους τετρακύλινδρους κινητήρες να είναι χαμηλά τοποθετημένοι, ενώ τα μακριά  μεταξόνια και οι μεγάλης διαμέτρου τροχοί βοηθούσαν τον τομέα της σταθερότητας.

Άλλωστε δεν είναι τυχαίο πως τη δεκαετία του ’70 έγιναν τόσο δημοφιλή τα “Monocoque” πλαίσια με την απόλυτη ακαμψία και τις μηδενικές ελαστικότητες.

Τα προβλήματα για τους Ιάπωνες άρχισαν να εμφανίζονται όταν τα ελαστικά των μοτοσυκλετών έγιναν slick στους αγώνες ταχύτητας και ταυτόχρονα άρχισαν να γίνονται όλο και πιο φαρδιά στις μοτοσυκλέτες παραγωγής.

Το ανώτερο επίπεδο κρατήματος των ελαστικών επέτρεψε στις μοτοσυκλέτες να πλαγιάζουν περισσότερο και με μεγαλύτερες ταχύτητες και έβαλε μέσα στο παιχνίδι τη συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας στις στροφές.

Τα Ιαπωνικά πλαίσια παραγωγής δεν μπορούσαν πλέον να ανταπεξέλθουν σωστά σε αυτές τις νέες απαιτήσεις. Ήταν η χρυσή εποχή για τις ευρωπαϊκές βιοτεχνίες κατασκευής πλαισίων, που έφτιαχναν ισχυρότερα πλαίσια από χρωμιομολυβδενιούχο ατσάλι, χωρίς τους περιορισμούς που είχαν οι Ιάπωνες από την διαδικασία μαζικής βιομηχανικής παραγωγής. Εταιρείες όπως η ιταλική BIMOTA και η βρετανική HARRIS έβγαλαν περιουσίες έως και το τέλος της δεκαετίας του ’80.

Η πρώτη ιαπωνική εταιρεία που προσπάθησε να σχεδιάσει ένα πλαίσιο παραγωγής για τις ανάγκες της νέας εποχής ήταν η Yamaha με το FZ 750, βάζοντας στο στόμα μας τις λέξεις Genesis και Deltabox. Η φιλοσοφία “Genesis” ήθελε το μπλοκ τον κυλίνδρων να γέρνει εμπρός στις 45⁰ μεταφέροντας το βάρος του κινητήρα κοντά και χαμηλά στον εμπρός τροχό για σταθερότητα στις υψηλές ταχύτητες, ενώ την ίδια στιγμή ο εμπρός τροχός έγινε μόλις 16” από 18-19” για μείωση του γυροσκοπικού φαινομένου, αλλά και για να κρατηθεί η γωνία κάστερ και το μεταξόνιο σε λογικά επίπεδα προς όφελος της ευελιξίας.

Η λέξη Deltabox περιέγραφε το τριγωνικό σχήμα του πλαισίου από σωλήνες τετραγωνικής διατομής και ήταν εμπνευσμένο από τα δίχρονα YZR 500 των GP.

Πρακτικά αυτή η αρχιτεκτονική είχε μεγαλύτερο όφελος στις ευθείες και ελάχιστο στις στροφές, διότι το πολύ χαμηλό κέντρο βάρους δεν βοηθά την ευελιξία και ο τροχός των 16” δεν έχει ομοιογενή συμπεριφορά. Έτσι η τελευταία εξέλιξη των πλαισίων Genesis χρησιμοποιούσε τροχούς 17”, ενώ το 1988 η Kawasaki με το ZXR 750 και το κάθετο μπλοκ κυλίνδρων του κινητήρα της, έγινε το πρότυπο των ιαπωνικών τετρακύλινδρων superbike έως την εμφάνιση της Yamaha R1 με το tri-axes κιβώτιο, που μίκρυνε ακόμα περισσότερο το μήκος του κινητήρα, επιτρέποντας τη χρήση μακρύτερου ψαλιδιού.

Όλα αυτά τα χρόνια που οι Ιάπωνες πειραματίζονταν με δεκάδες διαφορετικά είδη πλαισίων, προσπαθώντας να ακολουθήσουν την εξέλιξη των ελαστικών, οι Ιταλοί συνέχιζαν να κατασκευάζουν πλαίσια με τα ίδια υλικά και την ίδια αρχιτεκτονική που χρησιμοποιούσαν επί δεκαετίες…

Και απ’ ότι κατάλαβε πρώτη η Honda αντιμετωπίζοντας τις Ducati 851/888 και 916 στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbike, οι “νεροσωλήνες” των Ιταλών ήταν πολύ ανώτεροι από τα εντυπωσιακής εμφάνισης ογκώδη αλουμινένια πλαίσια των εργοστασιακών RC 30 και RC 45. Με τα slick ελαστικά να έχουν πλέον εντυπωσιακού επιπέδου κράτημα και τις μοτοσυκλέτες να πλαγιάζουν συνεχώς πάνω από τις 55⁰ στις στροφές, οι αναβάτες των Honda έβλεπαν μπροστά τους τις Ducati να “κυματίζουν” οριακά πλαγιασμένες μέσα στη στροφή, ακολουθώντας τις ανωμαλίες της ασφάλτου και να ανοίγουν πολύ νωρίτερα το γκάζι στις εξόδους. Την ίδια στιγμή τα εντελώς άκαμπτα αλουμινένια “δοκάρια” των ιαπωνικών μοτοσυκλετών χοροπηδούσαν πάνω από τις ανωμαλίες της ασφάλτου, καταπονώντας υπερβολικά τα ελαστικά τους, κάνοντας εύκολο το σπινάρισμα στο άνοιγμα του γκαζιού και την ίδια στιγμή οι αναβάτες είχαν ελάχιστη αίσθηση για το επίπεδο πρόσφυσή τους.

Ο λόγος που τα πλαίσια των Ducati κατάφερναν να είναι άκαμπτα όταν η μοτοσυκλέτα ήταν όρθια στην ευθεία και να αποκτούν χαρακτηριστικά ανάρτησης όταν η μοτοσυκλέτα πλάγιαζε υπερβολικά, έχει να κάνει κυρίως με την μακροχρόνια τεχνογνωσία των Ιταλών “Μαστόρων” στην κατασκευής πλαισίων από “νεροσωλήνες” χρωμομολυβδένιου.

Το συγκεκριμένο κράμα έχει συγκεκριμένες ιδιότητες “ελαστικότητας” και αν ξέρεις σε ποιο μήκος να κόψεις τον κάθε σωλήνα και πώς να τους ενώσεις μεταξύ τους, τότε μπορείς να επιτύχεις με πολύ μεγάλη ακρίβεια τη συμπεριφορά του στις δυνάμεις που ασκούνται πάνω του από διαφορετικές κατευθύνσεις.

Άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο πως όλα τα εργοστάσια κατασκευής πλαισίων για αγωνιστικά go-kart είναι ιταλικά και φυσικά φτιάχνονται από “νεροσωλήνες” ίδιους με των ιταλικών μοτοσυκλετών, διότι τα go-kart δεν έχουν αναρτήσεις και το πλαίσιό τους είναι εκείνο που έχει το ρόλο ανάρτησης.

Επίσης αν ξέρεις πόσο μήκος, πόσο πάχος, πόση διάμετρο και σε πιο σημείο να κολλήσεις τους “νεροσωλήνες” μπορείς να έχεις σε κάθε πίστα ένα ειδικά σχεδιασμένο πλαίσιο ή με μερικές αλλαγές στους σωλήνες τοπικά να επιτύχεις την ακαμψία ή την ελαστικότητα που θέλεις, στο σημείο που θέλεις!

Κι αυτό ακριβώς έκανε τότε η Ducati στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα WSBK, όπου είχε πάντα μαζί της σε κάθε αγώνα έναν “μαστρο-συγκολλητή” για να προσαρμόζει τα πλαίσια στις ανάγκες της συγκεκριμένης πίστας.

Προφανώς η Honda δεν μπορούσε να έχει χυτήριο και πρέσες για να φτιάχνει επί τόπου διαφορετικά αλουμινένια πλαίσια…

Το αποτέλεσμα αυτής της εμπειρίας της Honda από τους αγώνες του WSBK τη δεκαετία του ‘90, ήταν η παρουσίαση του CBR 600 F4, της πρώτης Ιαπωνικής μοτοσυκλέτας με αλουμινένιο πλαίσιο το οποίο είχε “ελεγχόμενες ελαστικότητες” και ταυτόχρονα χρησιμοποιούσε τον κινητήρα ως ενεργό τμήμα του πλαισίου (Pivotless).

Σήμερα, την ίδια ακριβώς φιλοσοφία ακολουθεί η Ducati στα MotoGP σχεδιάζοντας καλάμια πιρουνιού, ψαλίδια και monocoque πλαίσια από carbon - ένα υλικό υψηλής τεχνολογίας, το οποίο σου επιτρέπει να επιτύχεις συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ελαστικότητας σε συγκεκριμένα σημεία του… αν φυσικά ξέρεις πώς να το κάνεις!

 

Αφιέρωμα Αντικλεπτικές Κλειδαριές: Τρία είδη για κάθε χρήση

Πέταλα και κλειδαριές δισκόφρενου
1
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

7/12/2023

Η αντικλεπτική προστασία των δικύκλων είναι ένα ζήτημα που θα βρίσκεται πάντα στην επικαιρότητα, καθώς οι κλοπές είναι καθημερινό φαινόμενο σε κάθε σημείο της Ελλάδας. Απόλυτη προστασία από τους κλέφτες δυστυχώς δεν υπάρχει, καθώς τα κίνητρα της κλοπής ενός δικύκλου δεν είναι μόνο η χρήση του ως δωρητή ανταλλακτικών στην τοπική αγορά, αλλά εκτείνεται ακόμα και σε διεθνείς εγκληματικές οργανώσεις με εξοπλισμό και τεχνογνωσία που τους επιτρέπει να “εξαφανίζουν” τα πάντα, από οποιονδήποτε σημείο του πλανήτη και να το πουλούν στην άλλη άκρη της γης. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν μπορούμε να περιορίσουμε στο ελάχιστο τις πιθανότητες να πέσει η μοτοσυκλέτα μας στα βρώμικα χέρια τους. Οι κλέφτες πάντα θα προτιμούν τις πιο εύκολες, αθόρυβες και γρήγορες κλοπές και πάντα θα αποφεύγουν εκείνες που έχουν μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας. Ακόμα και στις “κατά παραγγελία” κλοπές οι κλέφτες θα επιλέξουν τον πιο εύκολο στόχο. Μια από τις καλύτερες λύσεις για να μην γίνει η μοτοσυκλέτα μας ο πιο εύκολος στόχος της περιοχής είναι να την κλειδώνουμε με ένα υψηλής ποιότητας σύστημα ασφαλείας. Εδώ θα μιλήσουμε για τα τρία βασικά είδη κλειδαριών ασφαλείας, τα οποία έχουν διαφορετικά πλεονεκτήματα το κάθε ένα και διαφορετικό επίπεδο ασφάλειας.

2

Θα ξεκινήσουμε από το μικρότερο σε μέγεθος και ευκολότερο στη χρήση, που είναι η κλειδαριά δισκόφρενου. Τοποθετείται σε κάποια τρύπα της δισκόπλακας του φρένου, εμποδίζοντας την περιστροφή του τροχού. Το βασικό πλεονεκτήματα αυτού του συστήματος είναι φυσικά η ευκολία να το έχουμε πάντα μαζί μας και είναι πολύ γρήγορο και απλό στη χρήση. Είναι ιδανικό για μοτοσυκλέτες που δεν έχουν αποθηκευτικούς χώρους για να κουβαλάς μεγάλα, ογκώδη και βαριά αντικείμενα, όπως επίσης και για scooter με μικρής διαμέτρου τροχούς καλυμμένους από πολλά πλαστικά που δεν αφήνουν χώρο για μεγαλύτερα λουκέτα. Το επίπεδο ασφαλείας που παρέχουν είναι αρκετά υψηλό όταν κάνουμε μικρής χρονικής διάρκειας στάσεις, καθώς εμποδίζει τους κλέφτες να πάρουν σπρώχνοντας την μοτοσυκλέτα.

3

Στο άλλο άκρο συναντάμε τα μεγάλα “πέταλα” που μπορούν να μπουν ανάμεσα στο πιρούνι και τον τροχό ή το ψαλίδι και τον τροχό ή ακόμα και ανάμεσα σε ένα σταθερό σημείο του δρόμου και τον τροχό. Το επίπεδο ασφάλειας που προσφέρουν είναι σαφώς ανώτερο από τα υπόλοιπα είδη κλειδαριών, διότι απαιτεί περισσότερο χρόνο και πιο “βαριά” εργαλεία για να τις εξουδετερώσει ο κλέφτης και η επιπλέον δυνατότητα να “ασφαλίσεις” το δίκυκλό σου σε κάποιο σταθερό σημείο, μειώνει στο ελάχιστο δυνατό την πιθανότητα να το φορτώσουν. Ο όγκος και το βάρος αυτών των μεγάλων κλειδαριών δυσκολεύει κάπως τη μεταφορά και την χρήση τους από τις μοτοσυκλέτες, αλλά για τα scooter είναι ιδανικές ακόμα και για μικρής διάρκειας στάσεις.

4

Ανάμεσα στα εύχρηστα λουκέτα δισκόφρενου και τα υψηλότερου επιπέδου ασφαλείας μεγάλα “πέταλα”, υπάρχουν τα μικρά “πέταλα” που προσπαθούν να συνδυάσουν τα χαρακτηριστικά των δύο κατηγοριών. Λόγω μικρού μεγέθους είναι εύκολη η καθημερινή μεταφορά και χρήση τους, ενώ το σχήμα τους επιτρέπει με την χρήση αλυσίδας την ασφάλιση του δικύκλου σε σταθερά σημεία. Πρόκειται για μια πολύ καλή λύση αν σταθμεύουμε το δίκυκλό μας για αρκετές ώρες (π.χ. έξω από το χώρο εργασίας μας ή κάποια πολύωρη επίσκεψη-ραντεβού).

5

Όμως το σημαντικότερο όλων και πολύ πιο σημαντικό από το είδος της κλειδαριάς που θα επιλέξουμε είναι και η συνολική ποιότητά της.

Πέρα από την ποιότητα των υλικών που παίζει σημαντικότατο ρόλο στο χρόνο που θα χρειαστεί ο κλέφτης να την εξουδετερώσει, θα πρέπει να είναι καλοσχεδιασμένη.

6

Με τον όρο “καλοσχεδιασμένη” εννοούμε πως θα πρέπει το σχήμα της να επιτρέπει την εύκολη και γρήγορη τοποθέτησή της ώστε να την χρησιμοποιούμε χωρίς δεύτερη σκέψη και να μην αποφεύγουμε την χρήση της επειδή είναι μπελάς. Επίσης θα πρέπει να έχει μαλακό προστατευτικό υλικό σε όποια σημεία έρχεται σε επαφή με τα μηχανικά μέρη του δικύκλου μας, ώστε να μην προκαλεί αισθητικές και λειτουργικές φθορές.

8910