Τα Moto Guzzi του 2016

Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

17/11/2015

Τέσσερις μοτοσυκλέτες παρουσίασε η Moto Guzzi στην EICMA, οι οποίες είναι ουσιαστικά τρεις καθώς πρόκειται για δύο εκδόσεις του νέου V9, μία καινούργια έκδοση του V7 II και την έκδοση παραγωγής του πρωτότυπου MGX-21 Flying Fortress που είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά πέρσι.

V9 Roamer / Bobber

Οι δύο εκδόσεις του V9 είναι Roamer και Bobber, οι οποίες χρησιμοποιούν και οι δύο τον ίδιο V-2 90 μοιρών, διβάλβιδο κινητήρα με τα 850 κυβικά. Η ιταλική φίρμα δεν ανακοινώνει απόδοση για το συγκεκριμένο μοτέρ, αλλά σύμφωνα με τα λεγόμενά της "θα έχει εγγυημένο χαρακτήρα, ευκολία και άμεση απόκριση."
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο εκδόσεις έχει να κάνει με το προφίλ που αποπνέουν οι μικρές σχεδιαστικές διαφοροποιήσεις και ο χρωματισμός, με το Bobber να αναλαμβάνει το ρόλο του "κακού" παιδιού σε full black χρώμα και πιο κοντό πίσω φτερό, ενώ το Roamer επιδεικνύει την εκτεταμένη χρήση του χρωμίου σε μια πιο συμβατική μορφή. Το βάρος και των δύο μοτοσυκλετών ανέρχεται στα 200 κιλά, με τα ABS και traction control στον στάνταρ εξοπλισμό, ενώ και οι δύο θα συνοδεύονται από μια μακρά λίστα αξεσουάρ.

 

V7 II Stornello


Το V7 II Stornello είναι ουσιαστικά μια scrambler έκδοση του γνωστού V7 II, με τον ίδιο ακριβώς κινητήρα των 744 κυβικών, αλλά με αναβαθμισμένο συμπλέκτη και εξάρι κιβώτιο. Η εξάτμιση είναι της Arrow, τα φτερά είναι φτιαγμένα από αλουμίνιο –όπως τα μαρσπιέ και τα τρία number plates που διαθέτει- και το βάρος του ανακοινώνεται στα 186 κιλά. Και σ' αυτή την έκδοση του V7, το ABS και το traction control θα συμπεριλαμβάνονται στον στάνταρ εξοπλισμό.

 

MXG-21 Flying Fortress


Τέλος, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι το περσινό πρωτότυπο MGX-21 θα συμπεριλαμβάνεται στα μοντέλα παραγωγής του 2016, το οποίο θα διαθέτει το αερόψυκτο V-2 των 1380 κυβικών εκατοστών κινητήρα, με άξονα στην τελική μετάδοση και 12 χιλιογραμμόμετρα ροπής. Επίσης, είναι εφοδιασμένος με σύστημα ride-by-wire, ABS, traction control και cruise control, ενώ ο μπροστινός τροχός θα διατηρήσεις την διάσταση των 21 ιντσών και το carbon κάλυμμα, όπως ακριβώς και στο πρωτότυπο.

Ετικέτες

Royal Enfield: Νέο ορόσημο με πάνω από 1.000.000 πωλήσεις μοτοσυκλετών το 2024

Ρεκόρ παραγωγής για την ινδική εταιρεία και ιστορικό ρεκόρ πωλήσεων
Royal Enfield ρεκόρ παραγωγής και πωλήσεων 2024
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

17/4/2025

Ένα ιστορικό για την ίδια ορόσημο-ρεκόρ έπιασε η Royal Enfield τη χρονιά που μας πέρασε με τις πάνω από 1.000.000 μοτοσυκλέτες που πούλησε το 2024.

Όπως είχατε διαβάσει και εδώ λίγους μήνες πριν, το 2024 ήταν η χρονιά που η Royal Enfield θα έφτανε ή και θα ξεπερνούσε σε παραγωγή το ένα εκατομμύριο μοτοσυκλέτες. Έτσι καθώς διανύουμε τον 4ο μήνα του 2025, η RE επιβεβαίωσε αυτό που είχαμε προβλέψει καταφέρνοντας όχι μόνο να φτάσει αλλά και να ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο στις μοτοσικλέτες που πούλησε σε όλον τον κόσμο.

Με μία λακωνική ανάρτηση στα κοινωνικά της δίκτυα, η εταιρεία δήλωσε: “Αυτό το εκπληκτικό κατόρθωμα δεν θα ήταν δυνατό χωρίς την υποστήριξη των συνεργατών μας, των αντιπροσώπων μας και κυρίως των πελατών μας. Σας οφείλουμε την επιτυχία αυτής της μάρκας. Σας ευχαριστούμε”.

Την παραπάνω δήλωση έρχονται να επιβεβαιώσουν και τα οικονομικά αποτελέσματα της RE, με το οικονομικό έτος 2024 για τους Ινδούς να λήγει στις 31 Μαρτίου 2025. Έναντι του 2023, οι πωλήσεις μοτοσυκλετών αυξήθηκαν κατά 11% και έφτασαν στο 1,09 εκατ. μονάδες.

Το εκπληκτικό, αν κάτσει και το σκεφτεί κανείς, με την Royal Enfield, είναι ότι παράγει αποκλειστικά μοτοσυκλέτες, ανάμεσα στις οποίες δεν έχει κανένα μοντέλο κάτω από 350 κυβικά! Στην αύξηση των πωλήσεων βοήθησαν οι νέες μοτοσυκλέτες που παρουσίασε η εταιρεία τους τελευταίους μήνες, όπως και οι εξαγωγές στον υπόλοιπο κόσμο που αυξήθηκαν κατά 37% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Η Enfield Cycle Company, όπως αρχικά ονομαζόταν η εταιρεία, ιδρύθηκε το 1901 στο Ηνωμένο Βασίλειο και είναι ο παλαιότερος κατασκευαστής μοτοσυκλετών στον κόσμο με συνεχή παραγωγή. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός της “μετανάστευσης” της εταιρείας από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ινδία και θα το δούμε επιγραμματικά παρακάτω.

Μετά την ανεξαρτησία της Ινδίας το 1947, η ινδική κυβέρνηση χρειαζόταν αξιόπιστες μοτοσυκλέτες για την αστυνομία και το στρατό της. Το 1952, η ινδική κυβέρνηση δοκίμασε μερικές μοτοσυκλέτες της εταιρείας και βρήκε το Royal Enfield Bullet (το οποίο είναι σε συνεχή παραγωγή από το 1932 έως και σήμερα!) ξεχωριστό για την αντοχή και τις επιδόσεις του, έτσι παρήγγειλε 800 τέτοιες μοτοσυκλέτες.

Για να καλύψει την τεράστια ζήτηση, η Enfield συνεργάστηκε με την Madras Motors, μία ινδική εταιρεία και δημιουργήσαν τη Enfield India Ltd, με έδρα το Chennai. Το 1971 το εργοστάσιο στο Ηνωμένο Βασίλειο κλείνει και η παραγωγή μεταφέρεται εξολοκλήρου στην Ινδία. Το 1994, το γκρουπ Eicher Motors εξαγοράζει την Enfield India και το brand μετονομάστηκε σε Royal Enfield για να αρχίσει από εκεί και έπειτα η μεταμόρφωση της RE από μια σχεδόν τοπική εταιρεία με ιστορικό όνομα και ετήσια παραγωγή περίπου 25.000 μοτοσυκλετών σε έναν παγκόσμιο κατασκευαστή, από τους μεγαλύτερους στον κόσμο, ειδικά στους κυβισμούς 350-650. Χωρίς παπιά, χωρίς σκούτερ και χωρίς μοτοσυκλέτες σε κυβισμούς από 50 έως και 300 κ.εκ.!

Η εταιρεία διατηρεί πλέον τρεις σταθμούς παραγωγής – όλοι στην Ινδία – με τους δύο από αυτούς να ανοίγουν την τελευταία δεκαετία, δείχνοντας ξεκάθαρα την ανάπτυξη της εταιρείας. Πλέον έχει επίσης και μονάδα συναρμολόγησης στην Ταϊλάνδη (και άλλες πέντε Αργεντινή, Κολομβία, Βραζιλία, Μπαγκλαντές και Νεπάλ) που ξεκίνησε να λειτουργεί πριν από λίγο καιρό. Σήμερα, η Royal Enfield είναι μία παγκόσμια εταιρεία μοτοσυκλετών με 100% ινδικές ρίζες.